Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ'ΛΥΚΕΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ'ΛΥΚΕΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Δ.ΣΟΛΩΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΣΟΛΩΜΟ

Καλή μας Χρονιά!Επιτέλους τα κατάφερα να μπω...συγχωρήστε μου όποιες ατέλειες μαζί δοκιμάζουμε τις δυνάμεις μας....καλή μας δύναμη και ξεκινάμε!
Πιο πάνω είναι ο Κρητικός που σας έλεγα σε απαγγελία Λυδίας Κονιόρδου.Καλό θα 'ταν να το ακούσετε όλοι ιδιαίτερα καλό σε όσους δεν έχουν διαβάσει ακόμα το ποίημα (αν και θα'πρεπε)


Eισαγωγή στον Κρητικό: Παρακαλώ διαβάστε καλά τα εισαγωγικά ξανά και πείτε μου απορίες
ο,τιδήποτε δεν καταλαβαίνετε..


∆ Ι Ο Ν Υ Σ Ι Ο Σ Σ Ο Λ Ω Μ Ο Σ ( 1 7 9 8 – 1 8 5 7 ) Εισαγωγικά
Τα χαρακτηριστικά της Επτανησιακής Σχολής

1. Η λατρεία της θρησκείας
2. Η λατρεία της πατρίδας                 Εξωτερικά
3. Η λατρεία της γυναίκας                Χαρακτηριστικά
4. Η λατρεία της φύσης


Η προσήλωση στη δηµοτική γλώσσα                Εσωτερικό Χαρακτηριστικό

Οι επιδράσεις που δέχθηκε η Επτανησιακή Σχολή :
ευρωπαϊκή λογοτεχνία
δηµοτικό τραγούδι
κρητική λογοτεχνία
ποίηση Χριστόπουλου και Βηλαρά 

Οι επιδράσεις που δέχθηκε ο Σολωµός :
(1) Ιταλικός κλασικισµός
(2) Ευρωπαϊκός ροµαντισµός και γερµανικός ιδεαλισµός
(3) ∆ηµοτικά τραγούδια
(4) Κρητική λογοτεχνία (κυρίως από τον Ερωτόκριτο του Βιντσέντζου Κορνάρου)
(5) Χριστιανική φιλολογία (ευαγγελικά και πατερικά κείµενα)
(6) Αρχαία ελληνική λογοτεχνία (στον Κρητικό διακρίνουµε κυρίως επιδράσεις της Οδύσσειας του Οµήρου)
(7) ∆ιαφωτισµός (εκεί κυρίως έχουν τη ρίζα τους οι φιλελεύθερες ιδέες του Σολωµού, οι οποίες ενισχύθηκαν µετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης)

Τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Σολωµού

Ε ξ ω τ ε ρ ι κ ά - Μ ο ρ φ ι κ ά
(1) Η αποσπασµατικότητα: Όλα τα µεγάλα ποιητικά έργα της ωριµότητας του Σολωµού έχουν µείνει ανολοκλήρωτα και έχουν τη µορφή αποσπασµάτων. (Για την ερµηνεία του γεγονότος αυτού βλ. σχολ. βιβλίο σελ.281-284)
(2) Η προσήλωσή του στη δηµοτική γλώσσα, τη γλώσσα του λαού, την οποία εµπλουτίζει µε στοιχεία του επατανησιώτικου και του κρητικού ιδιώµατος.
(3) Ο λυρισµός: εξωτερίκευση συναισθηµάτων, πλούτος σε εικόνες και σχήµατα λόγου.
(4) Οι επιδράσεις του δηµοτικού τραγουδιού στη γλώσσα (δηµοτική), στη στιχουργία (ιαµβικός 15σύλλαβος) στην τεχνική (π.χ. νόµος των τριών) και στα θέµατα (συνοµιλία του ανθρώπου µε τα άψυχα της φύσης, οι νεκροί παρουσιάζονται µε τις ιδιότητες των ζωντανών).


Ε σ ω τ ε ρ ι κ ά - Θ ε µ α τ ι κ ά :
(1) Οι ενορατικές εµπειρίες και το αποκαλυπτικό στοιχείο: Οι ήρωες των ποιηµάτων του βλέπουν συχνά οράµατα, µέσω των οποίων έρχονται σε επαφή µε τις συµπαντικές δυνάµεις και προσεγγίζουν το «θείον».
(2) Η λατρεία της φύσης: ∆εν πρόκειται για απλή θέαση της φύσης και για απλό θαυµασµό προς την οµορφιά της. Για το Σολωµό και για τους Ευρωπαίους ροµαντικούς µέσα στη φύση ενυπάρχει το θεϊκό στοιχείο, η φύση ταυτίζεται µε το Θεό. Γι’αυτό ο άνθρωπος µόνον µέσω της επαφής του µε τη φύση µπορεί να έρθει σε αρµονία µε το σύµπαν και να νιώσει το «θείον».
(3) Η πατριδολατρεία: Το στοιχείο αυτό ενισχύεται στο Σολωµό µετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης. Σε όλα σχεδόν τα µεγάλα του έργα –από το 1821 και µετά– υπάρχουν αναφορές εκτεταµένες ή µη στην Ελλάδα και στον ελληνικό εθνοαπελευθερωτικό αγώνα.
(4) Ο εξιδανικευµένος έρωτας και το θέµα της αγνότητας: Μέσα στο έργο του Σολωµού συναντούµε πάντοτε εξιδανικευµένες γυναικείες µορφές. Οι µορφές αυτές εξαγνίζονται λόγω του έρωτα που νιώθουν ή του έρωτα που εισπράττουν.
(5) Το θρησκευτικό στοιχείο: ο Σολωµός είναι βαθύτατα θρήσκευόµενος. Στο έργο του λοιπόν συναντούµε συχνά αναφορές σε στοιχεία της χριστιανικής πίστης και παράδοσης.

Τα χαρακτηριστικά του ροµαντισµού :

(1) το φανταστικό στοιχείο: Ο ροµαντισµός εµφανίζεται ως αντίδραση στον κλασικισµό, ο οποίος δίνει κεντρική θέση στη λογική. Οι ροµαντικοί καλλιτέχνες αντιθέτως προσπαθούν να απελευθερώσουν τη φαντασία. Αυτό ωστόσο δεν τους αποµακρύνει τελείως από την πραγµατικότητα, αφού στο ροµαντικό κόσµο πραγµατικότητα και φαντασία συνυπάρχουν.

(2) το συναίσθηµα: σε αντίθεση µε την κυριαρχία της λογικής και του µέτρου στην κλασικιστική τέχνη, οι ροµαντικοί δίνουν βαρύτητα στο συναίσθηµα. Μέσω της τέχνης τους αποκαλύπτουν µε πληθωρικό τρόπο κάθε εσωτερική πτυχή τους: τα πάθη, τον έρωτα, την οργή, τους φόβους, τις εµµονές και τα ψυχικά τους αδιέξοδα. Ακόµη και τα φυσικά τοπία λειτουργούν πολλές φορές ως έκφραση των συναισθηµάτων τους.
(3) το µυστηριακό και το οραµατικό στοιχείο

(4) ο εξιδανικευµένος έρωτας και οι εξιδανικευµένες γυναικείες µορφές

(5) η προσωπική εµπειρία της φύσης: ο ροµαντικός καλλιτέχνης επιθυµεί να ενωθεί µε τη φύση, διότι µέσω αυτής έρχεται σε επαφή µε το «θείον». Για τους ροµαντικούς ο θεός και η φύση ταυτίζονται. Η φύση στα έργα των ροµαντικών καλλιτεχνών (α) άλλοτε αναλαµβάνει το ρόλο της παρήγορης και έµπιστης φίλης και (β) άλλοτε λειτουργεί ως µια σκοτεινή, επικίνδυνη και εκδικητική οντότητα που εµφανίζεται ως φορέας θανάτου.

(6) ο ηρωισµός, η επαναστατικότητα και ο αγώνας για την ελευθερία. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί ροµαντικοί καλλιτέχνες λαµβάνουν µέρος ενεργά στα επαναστατικά κινήµατα της εποχής τους (π.χ. ο λόρδος Byron).

(7) η υποβλητική σκηνογραφία (νύχτα, σελήνη, δάση, νεκροταφεία κλπ) που λειτουργεί ως έκφραση του εσωτερικού κόσµου του καλλιτέχνη.


∆ Ι Ο Ν Υ Σ Ι Ο Σ     Σ Ο Λ Ω Μ Ο Σ-  Ο Κ ρ η τ ι κ ό ς 

Ιστορικό Πλαίσιο – Πηγές Έµπνευσης: Το 1821 µαζί µε την υπόλοιπη Ελλάδα εξεγείρεται και η Κρήτη. Οι επαναστάτες αρχικά σηµειώνουν κάποιες σηµαντικές επιτυχίες. Στα 1823-1824 όµως οι Τούρκοι, ενισχυµένοι και µε αιγυπτιακά στρατεύµατα, θα αντεπιτεθούν, θα καταστρέψουν πολλές κρητικές πόλεις (Μεσαρά, Σφακιά) και θα προβούν σε σφαγές. Πολλοί Κρητικοί αναγκάζονται τότε να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν µε πλοιάρια στα Κύθηρα, στα Αντικύθηρα, στη ∆υτική Πελοπόννησο και στα Επτάνησα ως πρόσφυγες. Το δράµα των Κρητικών θα συγκινήσει το Σολωµό ο οποίος µάλιστα είχε ιδιαίτερη ευαισθησία ως προς το θέµα αυτό λόγω της καταγωγής του: το 1669 όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν για πρώτη φορά την Κρήτη, πολλοί ντόπιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να καταφύγουν ως πρόσφυγες στα Επτάνησα. Μεταξύ αυτών ήταν και οι πρόγονοι του ποιητή, Νικόλαος και Πέτρος Σολωµός.

Λογοτεχνικό Είδος :Το κείµενο φαίνεται να συνδυάζει τρία λογοτεχνικά είδη:
το δραµατικό,
το αφηγηµατικό
και το λυρικό.
(1) Αν και δεν πρόκειται ασφαλώς για θεατρικό έργο, ο Κρητικός έχει τη µορφή δραµατικού µονολόγου: ο ήρωας µιλάει σε α΄ πρόσωπο σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, κάνοντας µάλιστα και κάποιες αποστροφές σε β΄ πρόσωπο σαν να απευθύνεται σε κάποιο υποθετικό ακροατήριο.
(2) Το ποίηµα είναι επίσης αφηγηµατικό, διότι ο αφηγητής που είναι και ο κεντρικός ήρωας, αφηγείται κάποια ιστορία.
(3) Το ποίηµα τέλος είναι και λυρικό, αφού το βάρος της αφήγησης πέφτει κυρίως στα συναισθήµατα του αφηγητή και λιγότερο στα γεγονότα. Επίσης δίνεται προτεραιότητα στον πλούτο των εκφραστικών µέσων και συνεπώς κυριαρχεί η ποιητική λειτουργία της γλώσσας.

Γλώσσα:
Ο Σολωµός χρησιµοποιεί τη δηµοτική γλώσσα µε µοναδικό τρόπο, αξιοποιώντας άριστα την εκφραστική και ποιητική της δύναµη. - Απουσιάζει η γλωσσική επιτήδευση – ελάχιστες λέξεις προέρχονται από την αρχαιοπρεπή παράδοση (π.χ. εκροτούσαµε µάχη, φρενίτης, ρείθρα, ποιήσει κλπ) - Συναντούµε επίσης και τύπους που ανήκουν στο γλωσσικό ιδίωµα της Ζακύνθου και της Κρήτης (π.χ. εκοίταα, εσειότουν, πέλαο, ανεί τς αγκάλες, αλιά µου, το πλέξιµο, απιθώνω, αγρίκαα, ογλήγορα, ζαλεύουν, έκρουζε κλπ) - Πρέπει τέλος να σηµειωθεί ότι στο ποίηµα κυριαρχούν τα ρήµατα, που κάνουν το λόγο του ρωµαλέο (από τους 134 στίχους µόνον 7 δεν έχουν ρήµα. Σε πολλούς στίχους µάλιστα τα ρήµατα είναι δύο). 

Υφος :
Το ύφος είναι λυρικό και ροµαντικό µε συναισθηµατική ένταση που δεν ξεπερνά ωστόσο το µέτρο. Χαρακτηριστική είναι επίσης και η πυκνότητα του (βλ. και παραπάνω για τον κυρίαρχο ρόλο των ρηµάτων).



Στιχουργία:
• Το ποίηµα δεν είναι οργανωµένο σε στροφές
• Οι στίχοι είναι ιαµβικοί 15σύλλαβοι
• Η οµοιοκαταληξία είναι ζευγαρωτή
• Κάθε στίχος έχει ένα ολοκληρωµένο νόηµα (∆εν υπάρχουν διασκελισµοί)
• Συχνά το δεύτερο ηµιστίχιο ολοκληρώνει/συµπληρώνει το νόηµα του πρώτου
• Υπάρχουν πολλές συνιζήσεις
• Εκτός από τη συνίζηση χρησιµοποιείται συχνά η έκθλιψη (και πιο σπάνια η αφαίρεση)
• ∆εν υπάρχουν ενοχλητικές χασµωδίες

Γενικές Αφηγηµατολογικές Παρατηρήσεις :Ο αφηγητής είναι δραµατοποιηµένος, συµµετέχει στα δρώµενα ως πρωταγωνιστής (αυτοδιηγητικός αφηγητής) και αφηγείται σε α΄ πρόσωπο (µίµηση) χρησιµοποιώντας εσωτερική εστίαση.

Η αφήγηση (ακολουθώντας το οµηρικό πρότυπο) ξεκινά i n m e d i a s r e s και διακόπτεται από αναδροµικές αφηγήσεις (αναδροµές / flash back) που µας µεταφέρουν στο παρελθόν της ιστορίας και από πρόδροµες αφηγήσεις (προλήψεις), στις οποίες δίνονται πληροφορίες για όσα ακολουθούν την κύρια αφήγηση. Αυτές οι αναχρονίες καθυστερούν την εξέλιξη των γεγονότων της κύριας αφήγησης και συνεπώς λειτουργούν ως επιβραδύνσεις. 

Οι αφηγηµατικοί τρόποι που χρησιµοποιούνται είναι:
(α) Μίµηση: Πρωτοπρόσωπη αφήγηση
∆ιάλογος (αµφίδροµος µε τους νεκρούς, µονόδροµος µε τη Φεγγαροντυµένη)
(β) Περιγραφή (του τοπίου, των προσώπων και των γεγονότων)
(γ) Εσωτερικός δραµατικός µονόλογος (σκέψεις και συναισθήµατα του αφηγητή που σχετίζονται µε πρόσωπα, γεγονότα και εµπειρίες)
(δ) Σχόλια

Τα Χρονικά Επίπεδα της Αφήγησης :
(1) Κύρια αφήγηση: πρόκειται για το παρόν της ιστορίας και καλύπτει το χρονικό διάστηµα που ξεκινά από την πάλη των ναυαγών µε τα κύµατα και ολοκληρώνεται µε την άφιξή τους στην ακρογιαλιά, όπου διαπιστώνεται ο θάνατος της κόρης.
(2) Αναδροµικές αφηγήσεις: πρόκειται για τα αποσπάσµατα που µας δίνουν πληροφορίες για το παρελθόν του ήρωα στην Κρήτη.
(3) Πρόδροµες αφηγήσεις: πρόκειται για τα αποσπάσµατα που µας δίνουν πληροφορίες για τη ζωή του ήρωα µετά την άφιξή του στη στεριά. Στην ουσία πρόκειται για το παρόν της αφήγησης.
(4) Πρόδροµη αφήγηση για την έσχατη κρίση: πρόκειται για τα γεγονότα που συµβαίνουν στο απώτατο µέλλον και υπερβαίνουν το φυσικό χρόνο. Η πρόδροµη αυτή αφήγηση καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την ενότητα 2.




Αφού διαβάσετε - ακούσετε το κείμενο  και μετά την ανάγνωση των αντίστοιχων σελίδων του βιβλίου να απαντήσετε στις πιο κάτω ερωτήσεις:


Ερωτήσεις Γενικές
1. ( σελ. 281) Από τι χαρακτηρίζεται η ποίηση του Σολωμού και σε τι διαφέρει από
τους περισσότερους άγγλους ρομαντικούς;
2. ( 281 ) Ποιος, κατά το Σολωμό, ο προορισμός του ποιητή και ποιος ο κοινωνικός του
ρόλος;
3. ( 281-283 ) Απαριθμήστε οκτώ απόψεις σχετικές με την αποσπασματικότητα του
έργου του Σολωμού.
4. ( 283 ) Πού αναφέρονται πολλά από τα ουσιαστικά που χρησιμοποιεί ο Σολωμός και
τι αποδεικνύει αυτό;
5. ( 283-4 ) Απαριθμήστε 4 εικόνες κρυμμένων πραγμάτων που υπάρχουν στον
Κρητικό.
6. ( 284 ) Ποια η συμβολική σημασία της θάλασσας στην ποίηση του Σολωμού;
7. ( 284 ) Ποιο πρόβλημα βασάνιζε το Σολωμό; Τι τον ενδιέφερε και τι προσπαθούσε
να πετύχει;
8. ( 287 ) Από ποιες αφηγηματικές ενότητες αποτελείται ο Κρητικός;
9. ( 287 ) Σε ποια χρονικά επίπεδα αναπτύσσεται ο Κρητικός;
10. ( 288 ) Απαριθμήστε πέντε παραδείγματα από τον Κρητικό σχετικά με τη
«σύνθεση των στοιχείων ανά τρία».
11. ( 289 - 290 ) Απαριθμήστε έξι ερμηνευτικές απόψεις για τη Φεγγαροντυμένη.
12. ( 291 ) Ποια η επίδραση στον Κρητικό που ασκεί η φύση στον ήρωα;
13. ( 292 ) Από πού διαπιστώνουμε επιρροές στη σκηνοθεσία της Φεγγαροντυμένης;
14. ( 292 ) Ποιες διακειμενικές σχέσεις έχουν επισημανθεί κατά καιρούς και σε σχέση
με ποια μοτίβα;
15. ( 293 ) Ποιες βασικές ιδέες συμπυκνώνει το έργο;


Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΣΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ερωτήσεις σχολικού βιβλίου
1) Είναι ποίημα λυρικό και αφηγηματικό.
Στην ενότητα 1 να επισημάνετε:
α) τον τρόπο που αρχίζει η αφήγηση
γ) τον τόπο που βρίσκονται
δ) τη σκηνοθετική εικονοπλασία.

Ενότητα 1: [1].
α) Η αφήγηση αρχίζει απότομα, χωρίς εισαγωγή και in media res, δηλαδή όχι από την αρχή της ιστορίας (όταν ο αφηγητής – κρητικός αγωνιζόταν στην πατρίδα του εναντίον των Τούρκων) αλλά από τα μισά, δηλαδή από την περιπέτεια του ναυαγίου. Για την αρχή της ιστορίας θα μας πει αργότερα, μέσα από αναδρομικές αφηγήσεις.
Τα στοιχεία που μας δίνει η αφήγηση είναι ότι: α) η αφηγούμενη ιστορία αναφέρεται στο παρελθόν του προσώπου που αφηγείται (εκοίταια = παρατατικός, ιστορικός χρόνος). β) Ο αφηγητής συμμετέχει στα δρώμενα, είναι ο ήρωας της αφήγησης, είναι ομοδιηγητικός – δραματοποιημένος (αυτό φαίνεται από το ρηματικό πρόσωπο – α΄ ενικό). γ) Η αφήγηση μας κάνει να αντιληφθούμε ότι το έργο αποτελεί δραματικό μονόλογο, δηλαδή το μονόλογο ενός ανθρώπου που αφηγείται – αναπαριστά τα παθήματά του. δ) τη στιγμή που αρχίζει το έργο αντιλαμβανόμαστε ότι ο ήρωας έχει βγει σώος από τις δοκιμασίες και τώρα τραγουδά όσα του συνέβησαν.

Πρόσωπα: Ο κρητικός και η αρραβωνιαστικιά του (κορασιά), και οι δύο ναυαγοί. Ο κρητικός είναι το βασικό πρόσωπο. Για την κορασιά δε μας δίνονται επιπλέον στοιχεία, ούτε γνωρίζουμε το όνομά της, ούτε καν ακόμα τη σχέση της με τον κρητικό.

Τόπος: Βρίσκονται μεσοπέλαγα, μακριά από τη στεριά, όμως έχουν οπτική επαφή, επειδή πέφτουν αστροπελέκια και φωτίζουν τη νύχτα.

Σκηνοθετική εικονοπλασία: Το σκηνικό είναι το πέλαγος. Είναι νύχτα, επικρατούν ακραία καιρικά φαινόμενα, δηλαδή καταιγίδα, με αστραπές και βροντές. Το σκοτάδι είναι πηχτό και ο χώρος φωτίζεται μόνο όταν πέφτουν αστραπές. Μέσα στη θάλασσα δύο ναυαγοί παλεύουν με τα κύματα, ένας άνδρας και μια γυναίκα. Στο βάθος του σκηνικού διακρίνεται το ακρογιάλι και τα βουνά της στεριάς που ωστόσο είναι μακριά, μόνο όταν το φως του ωκεανού σπάει το βαθύ σκοτάδι.Το μάτι ακολουθεί διαδοχικά τον ουρανό ,το ακρογιάλι ,έπειτα το γύρω τοπίο

Ενότητα 2: [2-3]
1. Στο απόσπασμα 2 – α΄ μέρος ο ποιητής προσπαθεί να πείσει τους υποθετικούς ακροατές για την αλήθεια των λεγομένων του.
α) Γιατί;
β) Με ποιον τρόπο προσπαθεί;
γ) Τι επικαλείται

α) Ο ποιητής προσπαθεί να πείσει τους ακροατές για την αλήθεια των λεγομένων του για δύο λόγους: 1ον, γιατί η ιστορία που θα διηγηθεί είναι εξωπραγματική, του έτυχαν πολλές απανωτές συμφορές κι ακόμα κι η φύση στράφηκε εναντίον του, ενώ ταυτόχρονα βίωσε και μεταφυσικές εμπειρίες (φεγγαροντυμένη, απόκοσμος ήχος). Επομένως, ίσως φοβάται ότι το ακροατήριό του θα θεωρήσει την ιστορία φανταστική, ενώ ο ίδιος επιμένει ότι είναι πραγματική. 2ον, με δεδομένο ότι ο κρητικός επιδιώκει τη λύτρωσή του μέσω της ποιητικής έκφρασης, έχει την ανάγκη να γίνει πιστευτός, δεν του αρκεί απλώς να αφηγηθεί ποιητικά την ιστορία του.

β) Για να γίνει πιστευτός, χρησιμοποιεί τους 3 όρκους. Πρώτα ορκίζεται στις λαβωματιές του, κατά τον πόλεμο με τους Τούρκους στην Κρήτη. Ο όρκος αυτός αναφέρεται στο απώτερο παρελθόν. Έπειτα ορκίζεται στους συντρόφους του που σκοτώθηκαν στην Κρήτη. Κι αυτός ο όρκος αναφέρεται στο απώτερο παρελθόν. Τέλος ορκίζεται στην ψυχή της αρραβωνιαστικιάς του. Αυτός είναι ο ισχυρότερος όρκος. Επίσης, στο σημείο αυτό υπάρχει προοικονομία, εφόσον υποδηλώνεται ο θάνατος της κοπέλας, χωρίς να έχει ακόμα εξιστορηθεί. Στο σημείο αυτό έχουμε προδρομική αφήγηση. Είναι πολύ σημαντική η κλιμάκωση των όρκων. Πρόκειται για εκκλήσεις εμπίστευσης, που προοικονομούν καίρια σημεία της αφήγησης. Οι όρκοι αυτοί συνοδεύουν την αποστροφή του αφηγητή προς ένα υποθετικό ακροατήριο (σημείωση 2 σελίδα 17).

γ) Επικαλείται αξίες που είναι γι’ αυτόν προσωπικά ιερές κι όχι γενικά παραδεκτές, όπως π.χ. ο όρκος στο Θεό. Πρώτη αξία που επικαλείται είναι τα τραύματά του στη μάχη, η δεύτερη αξία είναι οι σύντροφοί του που πέθαναν κι η Τρίτη είναι η ψυχή της αρραβωνιαστικιάς του.

2. Σκηνή Δευτέρας Παρουσίας
    Λυρική αφήγηση που ανάγεται σε μεταφυσικό επίπεδο.
    α) Γιατί;

Αφού ορκίστηκε στην ψυχή της νεκρής αγαπημένης του, συνειρμικά μεταβαίνει στον Παράδεισο, τη στιγμή της Έσχατης κρίσης. Αυτή η μεταφορά του στο ανώτατο μέλλον, και μάλιστα κατά τη Δευτέρα παρουσία, γίνεται εξαιτίας της ανάγκης του να ξαναβρεί την αγαπημένη του. Μόνο τότε θα μπορέσουν να ξανασμίξουν και γι’ αυτό οραματίζεται τη συγκεκριμένη στιγμή.

β) Με ποιους διαλέγεται ο αφηγητής – ήρωας;
Συνομιλεί με τις αναστημένες ψυχές των νεκρών. Μάλιστα, ο διάλογος μεταξύ τους είναι άμεσος και βρίσκεται μέσα σε εισαγωγικά. Ενώ ως τώρα ακολουθούσε την τεχνική της αφήγησης, στο σημείο αυτό δηλαδή το διάλογο, ο οποίος εξασφαλίζει ζωντάνια, αμεσότητα, δραματικότητα και παραστατικότητα.

γ) Τι τους ρωτάει και τι του απαντούν;
Τους ρωτάει να είδαν την ψυχή της αγαπημένης του, για να μπορέσει να τη βρει. Τους βεβαιώνει ότι ακόμα την αγαπά και γι’ αυτό θα κριθεί μαζί της.
Του απαντούν ότι την είδαν στην πόρτα του Παράδεισου, τραγουδούσε, ανυπομονούσε να αναστηθεί κι αναζητούσε κάποιον. Οι κινήσεις της κόρης εντοπίζονται σε δύο χρονικά επίπεδα «πρωί» και «τώρα ομπρός».

δ) Η απάντησή τους τι είδους γνωρίσματα της κόρης αναδεικνύει:
Είχε χαρούμενη διάθεση, αφού τραγουδούσε κι έψαλλε αναστάσιμα τραγούδια.
Ανυπομονούσε για την ενσάρκωσή της.(Ανυπόμονη)
Ανυπομονούσε να βρει κάποιον.

ε)Ποια στοιχεία φανερώνουν τα αισθήματά της προς τον ήρωα;
Κινούνται γρήγορα, κοίταζε εδώ κι εκεί κι αναζητούσε κάποιον, άρα αδημονούσε να συναντήσει τον κρητικό, τον οποίο προφανώς αγαπούσε ακόμα.

Ενότητα 3: [απ. 3]
Αφηγηματική ενότητα

α) Η μεταστροφή των φυσικών συνθηκών: Με ποιες εκφράσεις αποδίδεται
Στους δύο πρώτους στίχους, οι οποίοι λειτουργούν μεταβατικά και συνδέουν την ενότητα αυτή με την πρώτη οι καιρικές συνθήκες είναι οι ίδιες με προηγουμένως. Ακούγονται βροντές κι η θάλασσα κοχλάζει από την τρικυμία.
Η μεταστροφή έρχεται απότομα από τον 3ο στίχο και μετά. [Ησύχασε (η θάλασσα) …. πάστρα].
Η θάλασσα ευωδίασε και καθάρισε, οπότε τα αστέρια αντικατοπτρίζονταν στα νερά. Απόλυτη νηνεμία. [Δεν ειν πνοή στον ουρανό … περνώντας].
Ο ουρανός καθάρισε, έφυγαν τα σύννεφα, φάνηκε το φεγγάρι. [Εσκειόταν … φεγγάρι].
Αυτή η μεταστροφή, η νέα εικόνα της γαλήνιας φύσης, έρχεται σε αντίθεση με την προηγούμενη εικόνα της τρικυμισμένης θάλασσας. Επίσης, προετοιμάζει, ως σκηνικό πλαίσιο, την εμφάνιση της φεγγαροντυμένης, που θα ακολουθήσει.
Αυτή η μεταστροφή αισθητοποιείται και με εκφραστικά μέσα:
ησύχασε – ησυχία (επανάληψη)
πάστρα (μεταφορά)
σαν περιβόλι (παρομοίωση και εικόνα οπτική και κυρίως αφηγηματική)
προσωποποίηση της φύσης (άφησε το θυμό, στολίστηκε κάθε ομορφιά)
εδέχτηκε όλα τα’ άστρα (εικόνα)
Δεν ειν πνοή .. περνώντας (αρνητική παρομοίωση)
εσκειόταν το φεγγάρι (εικόνα)
επιθετικοί προσδιορισμοί.

β)Ο όρος «κρυφό μυστήριο» σε σχέση με ό,τι πρόκειται ν’ ακολουθήσει.
Ο ποιητής – αφηγητής θεωρεί ότι αιτία της μεταστροφής των φυσικών συνθηκών ήταν κάποιο κρυφό μυστήριο, δηλαδή παρεμβλήθηκε κάποια ανώτερη δύναμη, που ανάγκασε τη θάλασσα να γαληνέψει, για κάποιο σκοπό.
Ο σκοπός αυτός είναι η εμφάνιση της φεγγαροντυμένης, η «επιφάνεια».
Είναι συχνό μοτίβο να προηγείται σιγή πριν από κάποιο σημαντικό και μεταφυσικό γεγονός


Ενότητα 4
Όραμα φεγγαροντυμένης

α) Η περιγραφή και η κίνηση της οπτασίας.
Περιγραφή της:
Στο τέλος της προηγούμενης ενότητας περιγράφονται ορισμένα από τα εξωτερικά της χαρακτηριστικά. Έχει θεϊκιά θωριά, δηλαδή μοιάζει με θεά, έχει μαύρα μάτια και χρυσά μαλλιά. (προσοχή στην αντίθεση ματιών – μαλλιών).
Στη συνέχεια, παρουσιάζεται να επιδρά στο φυσικό περιβάλλον. Κοιτάζει τ’ αστέρια κι αυτά αναγαλλιάζουν, το φως που εκπέμπει είναι πιο δυνατό από το δικό τους. Είναι άυλη οντότητα, αφού δεν επηρεάζει το νερό όταν το πατάει. Έπειτα δίνεται ένα ακόμα στοιχείο της εξωτερικής της εμφάνισης: κυπαρισσένιο ανάστημα. Η εσωτερική και η εξωτερική της ομορφιά βρίσκονται σε συνάφεια. Εκφράζει το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες του καλού κ’ αγαθού (παρατήρηση 26 σελίδα 21).
Ακτινοβολεί φως και πλημμυρίζει το σύμπαν.
Κίνηση
Κινείται πάνω στο νερό, κοιτάζει τ’ άστρα. Ανοίγει την αγκαλιά της ερωτικά αλλά και με σεμνότητα. Έκλινε το κεφάλι της προς τον κρητικό.

β)Σκέψεις και συναισθήματα ήρωα
Σκέψεις: Προσπαθεί να θυμηθεί πού την έχει ξαναδεί. Μέσω τριαδικής σύνθεσης επιχειρεί όμως να ανακαλέσει την ανάμνηση. Τη χαρακτηρίζει «μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη».
Συναισθήματα:
Αισθάνεται συγκίνηση και δακρύζει. Χάνει τη μιλιά του, γιατί η φεγγαροντυμένη διαβάζει τις σκέψεις του.

γ)Η «φωνή» του ήρωα σε σχέση με τα περασμένα γεγονότα στην Κρήτη.
Είδαμε ότι η φεγγαροντυμένη διαβάζει τις σκέψεις του Κρητικού. Οι σκέψεις του, αυτά που θέλει να πει, αλλά δε χρειάζεται, αφορούν το δράμα του, στην Κρήτη, το χαμό της οικογένειας του και την προσφυγιά. Η αίσθηση που του έχει δημιουργηθεί από όλες αυτές τις συμφορές είναι ότι βρίσκεται μετέωρος, πάνω από ένα γκρεμό και η μόνη του ελπίδα είναι η αγαπημένη του, που την κρατάει στην αγκαλιά του τη στιγμή του ναυαγίου.

δ) Η επίκληση του ήρωα.
«Βόηθα θεά». Ζητάει τη βοήθεια της φεγγαροντυμένης, για να σωθεί η αγαπημένη του, η οποία είναι ό,τι του έχει απομείνει σ’ αυτόν τον κόσμο.


Επίσης ενδεικτικές απαντήσεις στις γενικές ερωτήσεις του βιβλίου εδώ.-η παρουσίαση της τάξης


 Λογοτεχνία κατεύθυνσης
 η παρουσίαση που είδαμε στην τάξη :Ο Κρητικός
Η πλοαρουσίαση που σας έλεγα...και είδαμε στην τάξη
https://www.scribd.com/doc/243226440/%CE%9F-%CE%9A%CE%A1%CE%97%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%A3

Για να την παρακολουθήσετε πατήστε πάνω στο σύνδεσμο!
καλό είναι να διαβάσετε και το συνοδευτικό κείμενο που ήδη έχει ανέβει

Επίσης ενδεικτικές απαντήσεις στις γενικές ερωτήσεις του βιβλίου εδώ.

Να δώσετε προσοχή και στα σχήματα λόγου...σχολιάζεται και η λειτουργία τους


Να εντοπίσετε στο ποίημα ήχους, φωτισμούς-χρώματα και ανθρώπινες φωνές-ομιλίες.

Ο σημαντικότερος ήχος του ποιήματος είναι σαφώς ο γλυκύτατος ήχος, που αποτελεί παράλληλα και μια από τις δοκιμασίες του ήρωα. Πέρα από αυτόν έχουμε κατά σειρά: το βρόντημα από τα αστροπελέκια, τον αναστάσιμο ήχο της Σάλπιγγας, τα τραγούδια της αρραβωνιαστικιάς, εκ νέου τον ήχο από τις βροντές, αλλά και από την ταραγμένη θάλασσα, ο ήχος της καρδιάς του ήρωα καθώς κολυμπά, ο γλυκύτατος ήχος, το τραγούδι της ερωτευμένης κορασιάς, το κελάηδισμα του κρητικού αηδονιού και το φιαμπόλι (σουραύλι).
Οι φωτισμοί-χρώματα, γίνονται αισθητοί αρχικά με τα αστροπελέκια που φωτίζουν το χώρο όπου έχει ναυαγήσει ο ήρωας, στοιχείο που προϋποθέτει το σκοτάδι της νύχτας. Έπειτα στα πλαίσια του οραματισμού της Έσχατης Κρίσης έχουμε τη φωτιά που θα καταλύσει τη γη, το «πυρ το άσβεστον». Κατόπιν, στην 3η ενότητα το φως από τα αστέρια και το φεγγάρι, τα ολόμαυρα μάτια της θεϊκής μορφής και τα χρυσά μαλλιά της. Ενώ, στην 4η ενότητα το φως των αστεριών που προσπαθεί να ξεπεράσει το φως της Φεγγαροντυμένης, καθώς και τη θαυμαστή εμπειρία όπου η νύχτα πλημμυρίζει από φως μεσημεριού, κάνοντας τον κόσμο σαν ναό που λαμπυρίζει. Στην ίδια ενότητα έχουμε και την αναφορά της ζωγραφιστής εικόνας, όπου ενδέχεται να έχει δει παλιότερα ο ήρωας τη μορφή της Φεγγαροντυμένης. Τέλος, στην 5η ενότητα έχουμε αναφορά στο φως του ήλιου και στη μαύρη πέτρα.
Η κυρίαρχη ανθρώπινη ομιλία είναι βέβαια η φωνή του αφηγητή που μας διηγείται όλα τα γεγονότα του ποιήματος. Επίσης, έχουμε την επίκλησή του στο αστροπελέκι, τον όρκο που δίνει στους ακροατές του, τη συνομιλία του με τους αχνούς αναστημένους, τη χαροποιά φωνή της αρραβωνιαστικιάς, οι εσωτερικές σκέψεις του ήρωα καθώς παρατηρεί έκθαμβος τη Φεγγαροντυμένη, η ευδαιμονική αναφώνηση του ήρωα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα».


Τι δηλώνουν οι διάφοροι ήχοι  (βροντές,  χοχλός,  γλυκός ήχος,  τραγούδι βρύσης, αντίλαλος, ήχος λεπτός) στο σκηνικό του ναυαγίου;

Η πρώτη ηχητική εντύπωση που μας δίνεται στο σκηνικό του ναυαγίου είναι οι βροντές που ακούγονται κατά τη διάρκεια της τρικυμίας, στοιχείο που μας μεταδίδει παραστατικότερα την οργή της φύσης και παρουσιάζει πληρέστερα τις συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει ο ήρωας. Όλος ο χώρος γύρω από τον ήρωα και την αγαπημένη του αντηχεί από τον ήχο της βροντής καθιστώντας σαφέστερη την ένταση της κακοκαιρίας και της θαλασσοταραχής.
Στην αρχή της 3ης ενότητας ο αφηγητής μας επαναφέρει στο σκηνικό του ναυαγίου, όπου η θάλασσα παρουσιάζεται να βρίσκεται σε πλήρη αναταραχή, όπως το νερό που βράζει, μια οπτική και ηχητική παρομοίωση που τίθεται για να υπενθυμίσει την ένταση της τρικυμίας και να αναδείξει εναργέστερα την αντίθεση με την απόλυτη ηρεμία που θα επικρατήσει ξαφνικά.
Στην 5η ενότητα, στα πλαίσια του ναυαγίου, ο ήρωας θα τεθεί υπό την πλήρη κυριαρχία του γλυκύτατου ήχου, που θα ανασύρει μέσα του μνήμες και συναισθήματα, ωθώντας τον σε μια πρωτόγνωρη διονυσιακή κατάσταση με μοναδική επιθυμία να συνεχίσει να μετέχει της μαγείας του ήχου αυτού με κάθε κόστος.
Η μαγεία του γλυκύτατου ήχου είναι τέτοια που ο ήρωας μη μπορώντας να την περιγράψει με λέξεις, θα επιχειρήσει μια σύγκριση με όμορφους ήχους του παρελθόντος, μόνο και μόνο για να τονίσει πως ο ήχος που ακούει τώρα είναι απροσμέτρητα καλύτερος από οποιονδήποτε άλλο έχει ακούσει στη ζωή του.
Ο γλυκύτατος ήχος είναι ωραιότερος από το τραγούδι μιας κορασιάς που βγαίνει τη νύχτα και τραγουδά τον κρυφό της έρωτα στη βρύση, στα δέντρα και στα λουλούδια. Είναι γλυκύτερος από το κελάηδισμα του κρητικού αηδονιού που ακούγεται από τους ψηλούς βράχους, όπου έχει τη φωλιά του. Είναι καλύτερος κι από τον ήχο του σουραυλιού που άκουγε ο ήρωας στον Ψηλορείτη, όταν πήγαινε εκεί οδηγημένος από τον πόνο του για τα βάσανα της πατρίδας του.
Ο γλυκύτατος ήχος, ήχος λεπτός, εκλεπτυσμένος, είναι σύμφωνα με τον ήρωα θελκτικότερος από οποιονδήποτε άλλο και είναι τέτοια η μαγεία του που ο αντίλαλος δεν τολμά να τον ξαναπεί, μιας και δεν μπορεί να επαναλάβει ακέραιη την ομορφιά του.


Να εντοπίσετε τους χρόνους, τα διάφορα χρονικά επίπεδα της αφήγησης, τις αναδρομές και τις προλήψεις.

Η διήγηση των περιπετειών του Κρητικού γίνεται από τον ίδιο τον ήρωα, όταν όλα έχουν τελειώσει κι εκείνος βρίσκεται επαίτης σε κάποια απροσδιόριστη πόλη και τραγουδά τις περιπέτειές του στους περαστικούς.
Έχοντας, επομένως, υπόψη ότι όλες αυτές οι περιπέτειες ανήκουν στο παρελθόν του ήρωα, μπορούμε να διακρίνουμε 4 χρονικά επίπεδα στην αφήγηση:
1. Το πρώτο χρονικό επίπεδο εμπεριέχει το ναυάγιο και τις δοκιμασίες του ήρωα.
2. Το δεύτερο χρονικό επίπεδο περιλαμβάνει «την προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη», από τα αμέριμνα παιδικά του χρόνια, έως του δύσκολους αγώνες ενάντια στους Τούρκους και το χαμό της οικογένειάς του.
3. Το τρίτο χρονικό επίπεδο είναι η ζωή του Κρητικού μετά το πέρας όλων των περιπετειών του, όπου επαίτης πλέον έχει βιώσει την πλήρη μεταστροφή του χαρακτήρα του, αλλά βασανίζεται ακόμη με τις εφιαλτικές μνήμες του ναυαγίου.
4. Το τέταρτο χρονικό επίπεδο είναι «ο οραματισμός της Έσχατης Κρίσης», στα πλαίσια του οποίου ο ήρωας αναζητά την αγαπημένη του.
Τα γεγονότα επομένως της ιστορίας διαδραματίζονται στα τέσσερα αυτά χρονικά επίπεδα, τα οποία διαπλέκονται μεταξύ τους με τις αναδρομές και τις προλήψεις που γίνονται κατά τη διάρκεια της αφήγησης.
Ο ήρωας-αφηγητής ξεκινά την αφήγησή του in medias res, με τα γεγονότα του ναυαγίου και προχωρά τη διήγησή του προς την κορύφωση της ιστορίας που είναι η αποτυχία του να διασώσει την κόρη.
Μια πρώτη παρέκκλιση από τα γεγονότα της αφήγησης έχουμε με τον όρκο του ήρωα, που μας επαναφέρει στην τωρινή του κατάσταση, κατά την οποία ως επαίτης-ραψωδός αφηγείται την ιστορία του. Ο όρκος αυτός που λειτουργεί ως στοιχείο πρόληψης μας φέρνει στο παρόν του ήρωα και μάλιστα μας αποκαλύπτει πως η κόρη έχει πεθάνει.
Οι στίχοι που ακολουθούν και τίθενται σε παρενθέσεις μας οδηγούν στο απώτερο μέλλον, στον οραματισμό της Έσχατης Κρίσης και αποτελούν μια ακόμη πρόληψη.
Κατόπιν η αφήγηση επιστρέφει στις περιπέτειες του ήρωα καθώς παλεύει με τα κύματα, συνεχίζει γραμμικά με την εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης και στους στίχους 31-36 της 4ης ενότητας έχουμε μια αναδρομική αφήγηση σχετικά με την τύχη της οικογένειας του ήρωα στην Κρήτη.
Στην επόμενη ενότητα (5η) από τον 7ο στίχο ο ήρωας με μια προληπτική αφήγηση περνά εκ νέου στην τωρινή του κατάσταση, όπου ως επαίτης απλώνει το χέρι στους διαβάτες ψωμοζητώντας και όταν αποκοιμιέται βασανίζεται με εφιάλτες. Η πρόληψη σταματά στον 14ο στίχο και με τον 15ο στίχο ο ήρωας επιστρέφει στα γεγονότα του ναυαγίου. Στην προσπάθειά του να εξηγήσει πόσο πιο δυνατό αισθάνεται το χέρι του, που δέχτηκε το δάκρυ της Φεγγαροντυμένης, κάνει μια σύγκριση με το παρελθόν, δημιουργώντας έτσι μια σύντομη αναδρομή στο ηρωικό του παρελθόν στην Κρήτη στους στίχους 17-20.
Μια τελευταία αναδρομή γίνεται στα πλαίσια της εμπειρίας του γλυκύτατου ήχου, όπου ο ήρωας θέλοντας να παρουσιάσει πόσο υπέροχος ήταν αυτός ο ήχος, επιστρέφει σε ευδαιμονικές μνήμες από την Κρήτη στους στίχους 35 έως 42 της 5ης ενότητας. 



Σχήματα λόγου στον Κρητικό του Σολωμού (ερώτηση βιβλίου)
Συνοπτικά τα σχήματα λόγου αλλά και η λειτουργία τους
Έκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τα’ ακρογιάλι·
Παρήχηση του «α», η οποία ενισχύει ηχητικά την αίσθηση της απόστασης του ακρογιαλιού.

Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!
Προσωποποίηση του αστροπελεκιού
Αποστροφή στο Αστροπελέκι (ο ομιλητής διακόπτει τη ροή του λόγου του και στρέφεται προς συγκεκριμένο πρόσωπο, σε προσωποποιημένο αντικείμενο ή σε αφηρημένη ιδέα). Ο ήρωας, μιλά στο αστροπελέκι, και το αποκαλεί καλό, σε μια προσπάθεια εξευμενισμού, ώστε να μπορέσει να αξιοποιήσει τη δύναμη της φύσης προς όφελός του.
Προσφώνηση: Αστροπελέκι μου καλό 
Οξύμωρο: Αστροπελέκι μου καλό (Παρόλο που η αστραπή είναι ένα έντονο και άρα επικίνδυνο φαινόμενο, στις συγκεκριμένη περίσταση μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τον ήρωα)
Πλεονασμός: ξαναφέξε πάλι (Με τον πλεονασμό που προκύπτει ξανά- /πάλι, εκφράζεται εντονότερα η αγωνία του ήρωα)
Επίκληση: για ξαναφέξε πάλι

Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ' άλλο
Παρήχηση των συμφώνων τ & ρ, που ενισχύει την ακουστική/ηχητική πτυχή της δημιουργούμενης εικόνας
Τα πέλαγα στην αστραπή κι ό ουρανός αντήχαν,
Υπερβατό μεταξύ του ρήματος (αντήχαν) και του υποκειμένου (τα πέλαγα). (Ανάμεσα σε δύο όρους μιας πρότασης, οι οποίοι έχουν μεταξύ τους στενή λογική και συντακτική σχέση και θα έπρεπε να βρίσκονται ο ένας δίπλα στον άλλο, παρεμβάλλεται μια λέξη ή φράση και τους αποχωρίζει). Το υπερβατό σχήμα δίνει με μεγαλύτερη έμφαση την αίσθηση της ταραχής του φυσικού περιβάλλοντος. 

Τα πέλαγα στην αστραπή κι ό ουρανός αντήχαν,
Οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.
Η ομοιοκαταληξία αντήχαν – είχαν, μιμείται τον αντίλαλο των ήχων
Προσωποποιήσεις: τα πέλαγα, ο ουρανός, οι ακρογιαλιές και τα βουνά προσωποποιούνται, και δίνεται έτσι η αίσθηση πως συμμετέχουν εξίσου στην αγωνία των θνητών ηρώων
Πιστέψετε π’  ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια
Μεταφορά: ακριβή αλήθεια
Αποστροφή προς τους ακροατές των λόγων του: Πιστέψετε

Μα τες πολλές λαβωματιές πού μόφαγαν τα στήθια
Μεταφορά: που μόφαγαν τα στήθια (Το ηρωικό ήθος του Κρητικού γίνεται προφανές από τις πολλές πληγές που δέχτηκε κατά τη διάρκεια των μαχών με τους Τούρκους)

Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας
Μεταφορά: πόπεσαν στην Κρήτη (Ο ηρωισμός και η συντροφικότητα στη μάχη είναι δύο από τα ιδανικά του ήρωα) 

Μα την ψυχή πού μ' έκαψε τον κόσμο άπαρατώντας
Μεταφορά: την ψυχή που μ’ έκαψε (Δίνεται με ιδιαίτερη έμφαση ο πόνος του ήρωα για την απώλεια της αγαπημένης του) 
Περίφραση: τον κόσμο απαρατώντας (Προκειμένου να δηλωθεί ο θάνατος της κόρης)
(Λάλησε, Σάλπιγγα! κι' εγώ το σάβανο τινάζω,
Και σχίζω δρόμο και τς αχνούς αναστημένους κράζω
Προσωποποίηση της Σάλπιγγας
Αποστροφή προς τη σάλπιγγα
Προσφώνηση: Λάλησε, Σάλπιγγα
Παρήχηση του «λ»: λάλησε σάλπιγγα
Πολυσύνδετο: κι – και – και
Μεταφορά: σχίζω δρόμο (Εμφανής η αγωνία και η ανυπομονησία του ήρωα να μεταβεί στο χώρο της Έσχατης Κρίσης, και κατ' επέκταση στον Παράδεισο, προκειμένου να αναζητήσει την αγαπημένη του) 

«Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια
Σχήμα κατεξοχήν: την ομορφιά (την αρραβωνιαστικιά του) [Η σημασία μιας λέξης στενεύει και ενώ αυτή φανέρωνε αρχικά σύνολο ομοειδών όντων, καταλήγει να φανερώνει ένα μόνο από αυτά, ξεχωρίζοντάς το εξαιρετικά.] Η ομορφιά της αγαπημένης του ήρωα τονίζεται με εμφατικό τρόπο. 
Μεταφορά: της τρέμαν τα λουλούδια (Συνήθης μεταφορά στην ποίηση του Σολωμού, για να δηλωθεί η αγνότητα)
Υποφορά – ανθυποφορά: Μην είδετε – την είδαμε

Ο Ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος
Προσωποποίηση του ουρανού. Η προσωποποίηση στοιχείων της φύσης, δημιουργεί την αίσθηση πως όλη η φύση μετέχει στην αγωνία των νεκρών, καθώς αναμένουν την Κρίση και την εν σαρκί ανάστασή τους.

Κι ή θάλασσα, πού σκίρτησε σαν το χοχλό πού βράζει
Μεταφορά: η θάλασσα που σκίρτησε
Παρομοίωση: σαν το χοχλό

Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα
Επανάληψη: ησύχασε – ησυχία. Η επανάληψη χρησιμοποιείται για να δοθεί με έμφαση η θαυμαστή ησυχία που επικράτησε στη φύση.
Μεταφορά: ησύχασε (εννοεί η θάλασσα)

Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τα’ αστρα
Παρομοίωση: σαν περιβόλι
Μεταφορές: ευώδησε – εδέχτηκε

Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας
Παρομοίωση: όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα

Όμως κοντά στην κορασιά, πού μ’ έσφιξε κι εχάρη
Πρωθύστερο: εχάρη κι μ’ έσφιξε (Από δύο σχετικές ενέργειες ή έννοιες τοποθετείται στη σειρά του λόγου πρώτη εκείνη που είναι χρονικά και λογικά δεύτερη.)

Κι ομπρός μου ιδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη
Μεταφορά: φεγγαροντυμένη

Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της
Συναισθησία: δροσάτο φως (συμφύρονται δύο διαφορετικές αισθήσεις)
Οξύμωρο: δροσάτο φως (αν ληφθεί υπόψη ότι το φως αποτελεί πηγή θερμότητας)
Μεταφορές: θεϊκιά θωριά – χρυσά μαλλιά
Αντίθεση: μάτια ολόμαυρα – χρυσά μαλλιά

Εκοίταξε τα’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει
Προσωποποίηση: τα αστέρια
Μεταφορές: εσκεπάσαν – σουφρώνει
Πολυσύνδετο: κι – και – και

Κυπαρισσένιο ανάερα τα’ ανάστημα σηκώνει
Μεταφορές: κυπαρισσένιο – σηκώνει

Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη
Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει
Πολυσύνδετο: κι – και – κι – και – κι
Αντίθεση: φως μεσημερνό – νύχτα
Μεταφορά: η νύχτα πλημμυρίζει
Υπερβολή: από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει. Η υπερβολή αυτή αντιστοιχεί στο σχήμα του αδυνάτου των δημοτικών τραγουδιών, με το οποίο ο ποιητής τονίζει εμφατικά τη θαυμαστή επενέργεια της Φεγγαροντυμένης στη φύση.
Παρομοίωση: έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει

Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμήθρα
Παρομοίωση: Καταπώς...

Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει
Σχήμα άρσης και θέσης: όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ (Πρώτα λέγεται τι δεν είναι κάτι (ή τι δε συμβαίνει) και αμέσως μετά τι είναι (ή τι συμβαίνει) – πρώτα αίρεται κάτι και στη συνέχεια τίθεται.)

Την κοίταζα ό βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη
Επανάληψη: κοίταζα – εκοίταζε

Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τα’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου
Επανάληψη: καν – κάνε – καν

Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη
Μεταφορά: γλυκιά

Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζη
Παρομοίωση: σαν το νερό
Συνεκδοχή: που το θωρεί το μάτι (το μάτι ενν. ο άνθρωπος) [Οι λέξεις δε χρησιμοποιούνται με την αρχική τους σημασία, αλλά με διαφορετική, που έχει βέβαια κάποια σχέση με την αρχική. Έτσι δηλώνεται: το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή, το μέρος ενός συνόλου αντί για το σύνολο, η ύλη αντί για εκείνο που είναι κατασκευασμένο από αυτή, το όργανο αντί για την ενέργεια που παράγεται ή γίνεται με αυτό.]
Για τη λειτουργία της παρομοίωσης αυτής βλέπε αναλυτικότερα τις σημειώσεις στο μπλογκ
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα
Μεταφορά: βρύση έγινε το μάτι

Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου
Μεταφορά: που ετρέμαν (τα μάτια)
Προσωποποίηση: δε μ’ άφηναν (τα μάτια)

Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου
Μεταφορά: διάβαζε
Συνεκδοχή: θλίψη του χειλιού μου

Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
Μεταφορά: φύτρωσαν οι πόνοι

Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου
Μεταφορές: εξεχειλίσανε – τα βάθη της καρδιάς

Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ‘χω
Περίφραση: τρυφερό κλωνάρι (ενν. η αρραβωνιαστικιά). Η περίφραση αυτή τονίζει τη νεότητα της κοπέλας και την αγνότητά της.

Εχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
Κι εδάκρυσαν τα μάτια της, κι έμοιαζαν της καλής μου.
Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δακρύου της ραντίδα
Αντίθεση: γλυκά στον πόνο
Μεταφορά: εχαμογέλασε γλυκά
Παρομοίωση: κι εμοιάζαν της καλής μου
Επιφώνημα: αλιά μου
Επανάληψη: εδάκρυσαν – δακρύου

Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δεν του ‘ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη
Προσωποποίηση: το χέρι: π’ αγνάντευεν - κι εγύρευε μαχαίρι
Συνεκδοχή: το χέρι (αντί για το άτομο συνολικά): αγνάντευεν – κι εγύρευε
Άρση και θέση: δεν έχω πλια το χέρι – τ’ απλώνω του διαβάτη. Στο σχήμα αυτό γίνεται έκδηλη η πλήρης μεταστροφή που επιτελείται στον χαρακτήρα του ήρωα.

Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι
Συνεκδοχή: έρχεται με δακρυσμένο μάτι

Κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν
Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
Και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάει,
Κι η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάει
Προσωποποιήσεις: τα μάτια: χορτάτα δυστυχιά – η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάει
Μεταφορές: χορτάτα δυστυχιά – ονείρατα σκληρά – την ξαναζωντανεύουν – άγριο πέλαγο
Πολυσύνδετο: κι – κι – και – κι

Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει
Πολυσύνδετο: κι – και – κι

Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα
Μεταφορές: έσχιζα – άγρια – μυρωδάτα

Με δύναμη πού δεν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
Μήτε όταν τον μπομπο - Ίσούφ και τς άλλους δύο βαρούσα.
Σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Επανάληψη: μήτε – μήτε – μήτε
Αντίθεση: πολλούς – ολίγα
Μεταφορές: μάχη στενή – αλαίμαργα πατούσα

Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε και μου τ’ αποκοιμούσε
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε
Μεταφορές: αποκοιμούσε – γλυκύτατος – προβοδούσε
Προσωποποίηση: ο ήχος: προβοδούσε
Αναδίπλωση: ήχος – γλυκύτατος ήχος (η αναδίπλωση είναι ένα σχήμα λόγου (ή ένας εκφραστικός τρόπος), σύμφωνα με το οποίο μια λέξη (ή και μια φράση) τίθεται στο λόγο μια φορά και αμέσως μετά επαναλαμβάνεται.)

Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει
Παρομοίωση: δεν είναι κορασιάς φωνή
Περίφραση: τ’ άστρο του βραδιού (το φεγγάρι)
Πολυσύνδετο: και – και – και – και – και
Χιαστό:
Του δέντρου και του λουλουδιού
πού ανοίγει και λυγάει
[το δέντρο: λυγάει, και το λουλούδι: ανοίγει]

Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που σέρνει τη λαλιά του
Παρομοίωση: δεν είν’ αηδόνι
Μεταφορά: σέρνει τη λαλιά

Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα
Μεταφορά: αντιβουίζει η θάλασσα
Υπερβολή: αντιβουίζει η θάλασσα πολύ μακριά και η πεδιάδα
Χιαστό:
Η θάλασσα πολύ μακριά,
πολύ μακριά η πεδιάδα
[πολύ μακριά – πολύ μακριά και θάλασσα – πεδιάδα]

Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια
Προσωποποίηση: η αυγή ακούει
Μεταφορά: έλιωσαν τ’ αστέρια

Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τα’ αγρίκαα μόνος
Παρομοίωση: δεν ειν’ φιαμπόλι
Μεταφορά: φιαμπόλι το γλυκό

Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι
Πολυσύνδετο: κι – και – κι – κι – κι
Περίφραση: τ’ άστρο τ’ ουρανού (ο ήλιος)
Προσωποποιήσεις: γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα, οι κάμποι – θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα
Συνεκδοχή: ετάραζε τα σπλάχνα μου [το μέρος αντί για το όλο]
Μεταφορά: θεϊκή πατρίδα

Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι
Μεταφορά: μαύρη πέτρα

Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός ... ...
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του
Μεταφορά: ήχος λεπτός
Προσωποποίηση: δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος (προσωποποιείται ο αντίλαλος). Ο αντίλαλος προσωποποιείται και του αποδίδεται απροθυμία να επαναλάβει τον γλυκύτατο ήχο, σα να γνωρίζει ότι δε θα μπορέσει να τον επαναλάβει με την αρχική του ομορφιά.
Υπερβατό: μεταξύ ρήματος (ήθελε) και υποκειμένου (ο αντίλαλος)

Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιόμιζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ... ...
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος
Παρομοιώσεις: σαν του Μαϊού – μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος
Υπερβολή: μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος. Το σχήμα της υπερβολής, που λειτουργεί παράλληλα και ως σύγκριση του ήχου με τις δυνάμεις του Έρωτα και του Χάρου, εκφράζει τη μεγαλύτερη δυνατή έμφαση, τη δύναμη που ασκούσε στην ψυχή του ήρωα.  

Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ‘μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Πολυσύνδετο: και – κι – κι – και
Προσωποποίηση: ο ήχος: μ’ άδραχνεν. Ο ήχος λαμβάνει τις διαστάσεις προσώπου, σα να έχει δική του βούληση, στοιχείο που ενισχύει τη δύναμη της ενέργειάς του. Ο ήχος αρπάζει τον ήρωα.
Μεταφορές: μ’ άδραχνεν – να ‘μπει

Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω
Συνεκδοχή: τη σάρκα μου (το μέρος αντί για το όλο –το σώμα). Με τη λέξη σάρκα, αισθητοποιείται εναργέστερα η επιθυμία του ήρωα να εξαρθεί από τη σωματική του υπόσταση.

Έπαψε τέλος, κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου·
Πού εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου
Αντίθεση: άδειασεν – εγιόμισεν. Με την αντίθεση γίνεται σαφέστερο το αίσθημα πληρότητας που προσέφερε ο ήχος στον ήρωα, που μόνο με το σταμάτημα του ήχου, επαναφέρει στη σκέψη του την αγαπημένη του.


Στίχοι και θέματα του Κρητικού που βρίσκονται και σ’ άλλα ποιήματα του Σολωμού

Η θεματική της σάλπιγγας, που θα σημάνει την ανάσταση των νεκρών:
Ο Κρητικός:
Λάλησε Σάλπιγγα! κι εγώ το σάβανο τινάζω

Ο Λάμπρος: Το παράπονο της Μαρίας
«Βλέπεις τούτους τους τάφους; Καμιά μέρα
Εδώ μέσα και συ θε να κοιμάσαι,
Έως όπου από ψηλά θέλει βουΐση
Η σάλπιγγα η στερνή να σε ξυπνήση».

Η Γυναίκα της Ζάκυθος:
Κεφάλαιο 7 Δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο
18. Γιατί τα σώματα των άλλων τριών ησυχάσανε στο μνήμα τους, από τα οποία θα πεταχτούν όταν βαρέση η Σάλπιγγα.

Εις Μοναχήν:
Ξύπνα, αδελφή! τη Σάλπιγγα
Την ύστερη αγρικώ.

Η γένεση ενός νέου κόσμου, που ακολουθεί τη δευτέρα παρουσία:
Ο Κρητικός:
Καπνός δε μένει από τη γη∙ νιος ουρανός εγίνη∙

Εις Μάρκο Μπότσαρη:
Του κόσμου την ύστερη μέρα,
Παντού στον καινούριο αέρα∙

Ο Πόρφυρας:
VII:
Νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.

Τα λουλούδια που δηλώνουν την παρθενία της κοπέλας:
Ο Κρητικός:
- Ψηλά την είδαμε πρωί∙ της τρέμαν τα λουλούδια∙

Η Φαρμακωμένη στον Άδη:
Εκοιτούσανε τα χέρια
Και το μέτωπο της νιας,
Όπου ετρέμαν τα λουλούδια
Τα λαμπρά της παρθενιάς.

Η αναφορά στη θύρα του παραδείσου:
Ο Κρητικός:
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια∙

Εις το θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο:
Στη θύρα την ολόχρυση της Παντοδυναμίας,
Πνεύματα μύρια παλαιά, πνεύματα μύρια νέα,
Σ’ ακαρτερούν για να σου πουν πως άργησες να φθάσης.

Ο κοχλασμός του νερού που βράζει:
Ο Κρητικός:
Κι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει

Η Γυναίκα της Ζάκυθος:
Κεφάλαιο 5
12. Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα όπου μου έλεγε: Δόξα σοι ο Θεός, Ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σούρθε. Σ’ έκραζα, σ’ εκούνεια, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτιζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που βράζει.

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Α:
Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω∙ κι ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει∙

Σχεδίασμα Β:
IV
Μετά ταύτα μια ακατάπαυστη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία
Η μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.

Η κυριαρχία ενός κρυφού μυστηρίου:
Ο Κρητικός:
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
Κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
Με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια

Η παρομοίωση που δίνει την πλήρη ακινησία που επικρατεί στη φύση:
Ο Κρητικός:
Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
VI:
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι

Σχεδίασμα Β:
2:
Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Κι ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα

Η παρουσία μιας γυναικείας μορφής, λουσμένης στο φως του φεγγαριού:
Ο Κρητικός:
Κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μια φεγγαροντυμένη

Ο Λάμπρος:
Απόσπασμα XXXII: Η Αναδυομένη
Στην κορυφή της θάλασσας πατώντας
Στέκει, και δε συγχύζει τα νερά της,
Που στα βάθη τους μέσα ολόστρωτα όντας
Δεν έδειχναν το θείον ανάστημά της.
Δίχως αύρα να πνέη, φεγγοβολώντας
Η αναλαμπή του φεγγαριού κοντά της
Συχνότρεμε, σα νάχε επιθυμήσει
Τα ποδάρια τα θεία να της φιλήση.

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ: Ο Πειρασμός
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.

Τα δάκρυα που θολώνουν τα μάτια, εμποδίζοντας τον ήρωα να δει τη θεϊκή μορφή:
Ο Κρητικός:
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα.

Ελεύθεροι Πολιορκημένοι Σχεδίασμα Β΄
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα.

Το χώμα από την αγαπημένη πατρική γη:
Ο Κρητικός:
Μακριά ‘πο κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα.

Ο Πόρφυρας:
Ακόμ’ αφρέ μου, να βαστάς, και ναμαι γυρισμένος,
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου.

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Β:
XIII:
Μια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.

Το εξευτελιστικής σημασία πρώτο συνθετικό μπομπο:
Ο Κρητικός:
Μήτε όταν τον μπόμπο-Ισούφ και τς άλλους δυο βαρούσα

Η Γυναίκα της Ζάκυθος:
Κεφάλαιο 9: Η Γυναίκα της Ζάκυθος λαβαίνει τη στερνή της θαράπαψη
10: Αλλά ποιος νάναι; Μα την αλήθεια που της μοιάζει ολίγο. Αα! είσ’ εσύ, μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τσίμπλα της γουρούνας, σκατή, γαϊδούρα, κροπολόγα.

Το θόλωμα των νερών:
Ο Κρητικός:
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
II:
Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
Και σα θολώνουν τα νερά, και τ’ άστρα σα πληθύνουν

Η ομορφιά της πατρικής γης, όσο ταπεινή κι αν είναι:
Ο Κρητικός:
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Γ:
I:
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
Κι ευθύς εγώ τ’ Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

Σχεδίασμα Β:
I:
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
VI:
Να μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι∙
Η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.

Ο αποχωρισμός της ψυχής από το σώμα:
Ο Κρητικός:
Τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι:
Σχεδίασμα Β:
IX:
Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν∙
Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν∙
Γλυκιά κι ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη,
Κι ύψωναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.