Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ'ΛΥΚΕΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ.ΒΙΖΥΗΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ'ΛΥΚΕΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ Γ.ΒΙΖΥΗΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ

ΑΡΧΗ 1ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ  ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ ΤΕΤΑΡΤΗ 5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2006 ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ  ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΣΥΝΟΛΟ ΣΕΛΙ∆ΩΝ: ΕΞΙ (6)
I. ΚΕΙΜΕΝΟ  
Γεώργιος Βιζυηνός Τό ἁμάρτημα τῆς μητρός μου (απόσπασμα)  Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν ἐπί τῆς παιδικῆς μου φαντασίας ἡ πρώτη ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ διανυκτέρευσις.  Τό ἀμυδρόν φῶς τῶν ἔμπροσθεν τοῦ εἰκονοστασίου λύχνων, μόλις ἐξαρκοῦν νά φωτίζῃ αὐτό καί τάς πρό αὐτοῦ βαθμίδας1, καθίστα τό περί ἡμᾶς σκότος ἔτι ὑποπτότερον καί φοβερώτερον, παρά ἐάν ἤμεθα ὅλως διόλου εἰς τά σκοτεινά.  Ὁσάκις τό φλογίδιον μιᾶς κανδήλας ἔτρεμε, μοί ἐφαίνετο, πώς ὁ Ἅγιος ἐπί τῆς ἀπέναντι εἰκόνος ἤρχιζε νά ζωντανεύῃ, καί ἐσάλευε, προσπαθῶν ν’ ἀποσπασθῇ ἀπό τάς σανίδας, καί καταβῇ ἐπί τοῦ ἐδάφους, μέ τά φαρδυά καί κόκκινά του φορέματα, μέ τόν στέφανον περί τήν κεφαλήν, καί μέ τούς ἀτενεῖς2 ὀφθαλμούς ἐπί τοῦ ὠχροῦ καί ἀπαθοῦς προσώπου του.  Ὁσάκις πάλιν ὁ ψυχρός ἄνεμος ἐσύριζε διά τῶν ὑψηλῶν παραθύρων, σείων θορυβωδῶς τάς μικράς αὐτῶν ὑέλους, ἐνόμιζον, ὅτι οἱ περί την ἐκκλησίαν νεκροί ἀνερριχῶντο τούς τοίχους καί προσεπάθουν νά εἰσδύσωσιν εἰς αὐτήν. Καί τρέμων ἐκ φρίκης, ἔβλεπον ἐνίοτε ἀντικρύ μου ἕνα σκελετόν, ὅστις ἥπλωνε νά θερμάνῃ τάς ἀσάρκους του χεῖρας ἐπί τοῦ «μαγκαλίου», τό ὁποῖον ἔκαιε πρό ἡμῶν.  Καί ὅμως δέν ἐτόλμων νά δηλώσω οὐδέ τήν παραμικροτέραν ἀνησυχίαν. ∆ιότι ἠγάπων τήν ἀδελφήν μου, καί ἐθεώρουν μεγάλην προτίμησιν νά εἶμαι διαρκῶς πλησίον της καί πλησίον τῆς μητρός μου, ἥτις χωρίς ἄλλο θά μέ ἀπέστελλεν εἰς τόν οἶκον, εὐθύς ὡς ἤθελεν ὑποπτευθῆ ὅτι φοβοῦμαι.                           1 Σκαλιά, σκαλοπάτια. 2 Έντονους.
ΤΕΛΟΣ 1ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ
ΑΡΧΗ 2ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ  Ὑπέφερον λοιπόν καί κατά τάς ἑπομένας νύκτας τάς φρικιάσεις ἐκείνας μετά ἀναγκαστικῆς στωικότητος καί ἐξετέλουν προθύμως τά καθήκοντά μου, προσπαθῶν νά καταστῶ ὅσον τό δυνατόν ἀρεστότερος.  Ἤναπτον πῦρ, ἔφερον νερόν καί ἐσκούπιζα τήν ἐκκλησίαν, ὅταν ἦτο καθημερινή. Τάς ἑορτάς καί Κυριακάς, κατά τόν ὄρθρον, ἐχειραγώγουν τήν ἀδελφήν μου, νά σταθῇ κάτω ἀπό τό εὐαγγέλιον, τό ὁποῖον ἀνεγίνωσκεν ὁ λειτουργός ἀπό τῆς Ὡραίας Πύλης. Κατά τήν λειτουργίαν, ἥπλωνα χαμαί τό «χράμι»3, ἐπί τοῦ ὁποίου ἔπιπτεν ἡ ἀσθενής πρόμυτα4, διά νά περάσουν τά Ἅγια ἀπό ἐπάνω της. Κατά δέ τήν ἀπόλυσιν, ἔφερον τό προσκέφαλόν της ἐνώπιον τῆς ἀριστερᾶς τοῦ Ἱεροῦ θύρας, διά νά γονατίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ, ὥς πού νά «ξεφορέσῃ ὁ παππᾶς ἐπάνω της»5 καί νά τῆς σταυρώσῃ τό πρόσωπον μέ τήν Λόγχην, ψιθυρίζων τό «Σταυρωθέντος σου Χριστέ, ἀνῃρέθη ἡ τυραννίς, ἐπατήθη ἡ δύναμις τοῦ Ἐχθροῦ, κτλ.».  Καί εἰς ὅλα ταῦτα μέ παρηκολούθει ἡ πτωχή μου ἀδελφή  μέ τήν ὠχράν καί μελαγχολικήν της ὄψιν, μέ τό ἀργόν καί ἀβέβαιον βῆμά της, ἑλκύουσα τόν οἶκτον τῶν ἐκκλησιαζομένων καί προκαλοῦσα τάς εὐχάς αὐτῶν ὑπέρ ἀναρρώσεώς της· ἀναρρώσεως, ἥτις δυστυχῶς ἤργει νά ἐπέλθῃ.   Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ ὑγρασία, τό ψῦχος, τό ἀσύνηθες καί, μά τό ναί, φρικαλέον τῶν ἐν τῷ ναῷ διανυκτερεύσεων δέν ἤργησαν νά ἐπιδράσουν βλαβερῶς ἐπί τῆς ἀσθενοῦς, τῆς ὁποίας ἡ κατάστασις ἤρχισε νά ἐμπνέῃ τώρα τούς ἐσχάτους φόβους.  Ἡ μήτηρ μου τό ἠννόησε, καί ἤρχισε, καί ἐν αὐτῇ τῇ ἐκκλησίᾳ, νά δεικνύῃ θλιβεράν ἀδιαφορίαν πρός πᾶν ὅ,τι δέν ἦτο αὐτή ἡ ἀσθενής. ∆έν ἤνοιγε τά χείλη της πρός οὐδένα πλέον, εἰ μή πρός τήν Ἀννιώ καί πρός τούς ἁγίους, ὁσάκις ἐπροσηύχετο.  Μίαν ἡμέραν τήν ἐπλησίασα ἀπαρατήρητος, ἐνῷ ἔκλαιε γονυπετής πρό τῆς εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος. − Πάρε μου ὅποιο θέλεις, ἔλεγε, καί ἄφησέ μου τό κορίτσι. Τό βλέπω πώς εἶναι γιά νά γένῃ. Ἐνθυμήθηκες τήν ἁμαρτίαν μου καί ἐβάλθηκες νά μοῦ πάρῃς τό παιδί, γιά νά μέ τιμωρήσῃς. Εὐχαριστῶ σε, Κύριε!
                          3 Μάλλινο σεντόνι, κροσσωτό κλινοσκέπασμα. 4 Μπρούμυτα. 5 Να βγάλει το πετραχήλι και να το τοποθετήσει στο κεφάλι της.
ΤΕΛΟΣ 2ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ
ΑΡΧΗ 3ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ  Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγῆς, καθ’ ἥν τά δάκρυά της ἠκούοντο στάζοντα ἐπί τῶν πλακῶν ἀνεστέναξεν ἐκ βάθους καρδίας, ἐδίστασεν ὀλίγον, καί ἔπειτα ἐπρόσθεσεν· − Σοῦ ἔφερα δύο παιδιά μου στά πόδια σου... χάρισέ μου τό κορίτσι!   Ὅταν ἤκουσα τάς λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τά νεῦρά μου καί ἤρχισαν τά αὐτία μου νά βοΐζουν. ∆έν ἠδυνήθην ν’ ἀκούσω περιπλέον. Καθ’ ἥν δέ στιγμήν εἶδον, ὅτι ἡ μήτηρ μου καταβληθεῖσα ὑπό φοβερᾶς ἀγωνίας, ἔπιπτεν ἀδρανής ἐπί τῶν μαρμάρων, ἐγώ ἀντί νά δράμω6 πρός βοήθειάν της, ἐπωφελήθην τήν εὐκαιρίαν νά φύγω ἐκ τῆς ἐκκλησίας, τρέχων ὡς ἔξαλλος καί ἐκβάλλων κραυγάς, ὡς ἐάν ἠπείλει νά μέ συλλάβῃ ὁρατός αὐτός ὁ Θάνατος.  Οἱ ὀδόντες μου συνεκρούοντο ὑπό τοῦ τρόμου, καί ἐγώ ἔτρεχον, καί ἀκόμη ἔτρεχον. Καί χωρίς νά τό ἐννοήσω, εὑρέθην ἔξαφνα μακράν, πολύ μακράν τῆς ἐκκλησίας. Τότε ἐστάθην νά πάρω την ἀναπνοήν μου, κ’ ἐτόλμησα νά γυρίσω νά ἰδῶ ὀπίσω μου. Κανείς δέν μ’ ἐκυνήγει.  Ἤρχισα λοιπόν νά συνέρχωμαι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καί ἤρχισα νά συλλογίζωμαι.  Ἀνεκάλεσα εἰς τήν μνήμην μου ὅλας τάς πρός τήν μητέρα τρυφερότητας καί θωπείας μου. Προσεπάθησα νά ἐνθυμηθῶ μήπως τῆς ἔπταισά ποτε, μήπως τήν ἀδίκησα, ἀλλά δέν ἠδυνήθην. Ἀπεναντίας εὕρισκον, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη αὐτή ἡ ἀδελφή μας, ἐγώ, ὄχι μόνον δέν ἠγαπήθην, ὅπως θά τό ἐπεθύμουν, ἀλλά τοῦτ’ αὐτό παρηγκωνιζόμην ὁλονέν περισσότερον. Ἐνθυμήθην τότε, καί μοί ἐφάνη ὅτι ἐννόησα, διατί ὁ πατήρ μου ἐσυνήθιζε νά μέ ὀνομάζῃ «τό ἀδικημένο του». Καί μέ ἐπῆρε τό παράπονον καί ἤρχισα νά κλαίω. Ὤ! εἶπον, ἡ μητέρα μου δέν μέ ἀγαπᾷ καί δέν μέ θέλει! Ποτέ, ποτέ πλέον δέν πηγαίνω εἰς τήν ἐκκλησίαν! Καί διηυθύνθην πρός τήν οἰκίαν μας, περίλυπος καί ἀπηλπισμένος.
                          6 Να τρέξω.
ΤΕΛΟΣ 3ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ
ΑΡΧΗ 4ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ
II. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Βιζυηνός προωθεί την ηθογραφία προς την κατεύθυνση της ψυχογραφίας. Το «Αμάρτημα της μητρός μου», μάλιστα, είναι κατεξοχήν ψυχογραφικό διήγημα. Επαληθεύεται ο χαρακτηρισμός αυτός από το πιο πάνω απόσπασμα; Να δώσετε τρία παραδείγματα, σχολιάζοντάς τα. Μονάδες 15
Β1. Βασικά χαρακτηριστικά του αφηγηματικού λόγου στο «Αμάρτημα της μητρός μου» είναι, μεταξύ άλλων, η περιγραφή, οι αναδρομές, η προσήμανση και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Να επισημάνετε ( με ένα παράδειγμα για κάθε περίπτωση) την ύπαρξη αυτών των χαρακτηριστικών στο συγκεκριμένο απόσπασμα και να σχολιάσετε τη λειτουργία τους. Μονάδες 20
Β2. «Η άρρωστη Αννιώ παραμένει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, αλλά οι πρωταγωνιστές τώρα είναι άλλοι: η μητέρα και ο αφηγητής γιος της [...]». (Παν. Μουλλάς, «Εισαγωγή» [στο:] Γ. Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά ∆ιηγήματα, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1998, σ. ρδ΄). Συμφωνείτε με την άποψη αυτή; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας. Μονάδες 20  Γ.  «[...]− Σοῦ ἔφερα δύο παιδιά μου στά πόδια σου... χάρισέ μου τό κορίτσι! [...] Κανείς δέν μ’ ἐκυνήγει».   Με βάση το πιο πάνω χωρίο, να σχολιάσετε σε ένα κείμενο 120-140 λέξεων την απήχηση λόγων της μητέρας στο μικρό Γιωργή. Μονάδες 25
∆. Να συγκρίνετε τα συναισθήματα που τρέφει ο συγγραφέας για τη μητέρα του στο απόσπασμα που σας δόθηκε και στο πιο κάτω ποίημά του. Μονάδες 20
ΤΕΛΟΣ 4ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ
ΑΡΧΗ 5ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ
Στην αγιασμένη της μαννούλας μου αγκαλιά  Για ευτυχία εμβήκα, για ζωής χαρά,  κ’ εγώ σ’ αυτή την πλάσι, καθώς άλλοι παιδί την έχω αδράξει μ’ ελαφρά φτερά, σε κάθε μόσχο, κάθε ανθό που θάλλει7. Κι αν ευτυχή κανένας δεν μ’ εκάλει,  χαρά το είχα καν το βράδυ στη φωλιά αμέριμνο να γέρνω το κεφάλι στην αγιασμένη της μαννούλας μου αγκαλιά.  Παλληκαράκι, πλιότερο από μια φορά  η ελπίδα και του πόθου η παραζάλη, απ’ της ζωής μ’ εσύραν τα ρηχά νερά  και της ξανθής αγάπης μου τα κάλλη η ευτυχία, μ’ είπαν, θα προβάλη. Μα, απέθανε η χαριτωμένη κοπελλιά, και, ναυαγός, ευρήκα παραγιάλι8 στην αγιασμένη της μαννούλας μου αγκαλιά.  Λεβέντης, εξερρίζωνα τα γλυκερά  αισθήματα από την καρδιά που πάλλει κι’ αν ρίπτω της πικρής αλήθειας τη σπορά, αχ, πότε, πότε ένα καρπό θα βγάλη. Του βίου μ’ εγονάτισεν η πάλη λαχτάρησα ησυχία μια σταλιά, μα δεν την έχω πια, να γείρω πάλι στην αγιασμένη της μαννούλας μου αγκαλιά.  Ω Φύσις, δέσποινά μου και μεγάλη, δεν έχω πια στον κόσμο αυτό δουλειά. Η αγάπη σου στον τάφο πια ας με βάλη, στην αγιασμένη της μαννούλας μου αγκαλιά.
(Τα Άπαντα του Γεωργίου Βιζυηνού. Πρόλογος Σπύρου Μελά. [...]  [Αθήνα:] Εκδοτικός οίκος «Βίβλος» [1955], σ. 723).                            7Ανθίζει, ανθοφορεί. 8 Περιγιάλι, ακρογιάλι, ακροθαλασσιά.
ΤΕΛΟΣ 5ΗΣ ΣΕΛΙ∆ΑΣ 

ΕΡΩΤΗΣΗ

Γεώργιος Βιζυηνός: «Το αμάρτημα της μητρός μου»

«Έτσι ο αφηγητής-πρόσωπο του Βιζυηνού (παρών μέσα στην αφήγηση) απέχει εξίσου από τον αφηγητή-παντογνώστη (απόντα από την αφήγηση) και από τον αφηγητή-πρωταγωνιστή (προνομιακό φορέα της αφήγησης)» [Παν. Μουλλάς]:
Να αναζητήσετε μέσα από το κείμενο τα επιχειρήματα που δικαιολογούν μια τέτοια άποψη.
[Αυτόπτης μάρτυρας των ιστοριών του, αλλά ποτέ πρωταγωνιστής, δε διεκδικεί για τον εαυτό του παρά το δικαίωμα που δίνει και σε οποιοδήποτε πρόσωπό του: να «βρίσκεται σε πλάνη αναφορικά με την πραγματικότητα», να συμπληρώνει σταδιακά τα πληροφοριακά κενά του ή να προχωρεί προς την αλήθεια με διαδοχικές προσεγγίσεις. Ο λόγος του (και επομένως ο ρόλος του) υποβιβάζεται, θα ‘λεγες, βαθμιαία: περισσότερο εμφανής στα πρώτα διηγήματα, καταλήγει σχεδόν διακοσμητικός στο «Μοσκώβ-Σελήμ».
Έτσι ο αφηγητής-πρόσωπο του Βιζυηνού (παρών μέσα στην αφήγηση) απέχει εξίσου από τον αφηγητή-παντογνώστη (απόντα από την αφήγηση) και από τον αφηγητή-πρωταγωνιστή (προνομιακό φορέα της αφήγησης). Καμία πρόθεση κατακράτησης του λόγου εδώ. Ας προσέξουμε λ.χ. την πρώτη και την τελευταία φράση του «Αμαρτήματος της μητρός μου»: ο αφηγητής αρχίζει να μιλάει σαν συλλογικό-οικογενειακό φερέφωνο («Ἄλλην ἀδελφὴν δὲν εἴχομεν παρὰ μόνον τὴν Ἀννιὼ.») και τελειώνει με την προσωπική παραίτησή του από το λόγο («Οἱ ὀφθαλμοὶ της ἐπληρώθησαν δακρύων καὶ ἐγὼ ἐσιώπησα.»). Με την ίδια ευκολία αφήνει να μιλήσουν και τα άλλα πρόσωπα, άλλοτε με εκτενείς αποκαλυπτικούς μονολόγους και άλλοτε με σύντομους διαλόγους. Αν για μια στιγμή φανταστούμε πως ο αφηγητής δεν είναι ο άνθρωπος που διηγείται την ιστορία, αλλά ένα πρόσωπο, ανάμεσα στα άλλα, που μιλάει κι αυτό με εκτενείς μονολόγους ή παρεμβαίνει στο διάλογο, ο θεατρικός χαρακτήρας των διηγημάτων του Βιζυηνού γίνεται φανερός: η κατάργησή του (κατάργηση με την έννοια της μετατροπής του αφηγητή σε ισότιμο πρόσωπο του έργου) μεταβάλλει αυτόματα τη διήγηση σε μίμηση, δηλαδή το διήγημα σε θεατρογράφημα.] Παν. Μουλλάς
Η παρατήρηση σχετικά με τη συμμετοχή του αφηγητή στα δρώμενα οφείλεται ακριβώς στην τάση του βασικού αφηγητή να υποχωρεί σε κάποια σημεία και να περικλείει τον εαυτό του στο «εμείς» της οικογένειας (εισαγωγή του διηγήματος), να εμφανίζεται άλλοτε ως πρωταγωνιστικό πρόσωπο (τα γεγονότα στην εκκλησία, η διάσωσή του στο ποτάμι) και κάποτε να παραχωρεί το έργο της αφήγησης σε άλλο πρόσωπο (η διήγηση των γεγονότων από τη μητέρα). Επιπλέον, ο αφηγητής δεν είναι παρών σε όλα τα γεγονότα που μας αφηγείται, καθώς για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα (το οποίο αφηγηματικά δίνεται με συντομία) απουσιάζει στο εξωτερικό, οπότε δεν έχει άμεση γνώση κι εμπειρία των γεγονότων εκείνης της περιόδου (δεύτερη υιοθεσία). Παράλληλα, ο ίδιος ο αφηγητής εναλλάσσει σταδιακά την οπτική του γωνία από αυτή του παιδιού-αφηγητή σε αυτή του ενήλικα-αφηγητή, στοιχείο που ενισχύει την αίσθηση πως η αφήγηση δε δίνεται ποτέ από ένα σταθερό αφηγητή με συγκεκριμένη οπτική και μόνιμη συμμετοχή στα γεγονότα.
Σε αντίθεση, επομένως, με άλλα αφηγηματικά έργα όπου ο αφηγητής έχει από την αρχή ως το τέλος καθορισμένη οπτική και συμμετοχή στα δρώμενα, ο αφηγητής στο Αμάρτημα της μητρός μου, περνά από το εμείς στο εγώ, περνά από την εξομοίωση με τα υπόλοιπα πρόσωπα στο επίκεντρο της αφήγησης και ύστερα υποχωρεί εκ νέου, για να αναλάβει στη συνέχεια ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο, προσφέροντας έτσι μια ποικιλία εναλλαγών που δίνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην αφηγηματική πράξη και βοηθούν στη διατήρηση του αρχικού αινίγματος κι επομένως της αγωνίας του αναγνώστη.
Τα στοιχεία που προσδίδουν ιδιαιτερότητα στην αφήγηση του Αμαρτήματος είναι η επιθυμία του αφηγητή να μην μονοπωλεί την αφηγηματική πράξη, η απουσία του για μεγάλο χρονικό διάστημα και φυσικά το πέρασμά του από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, καθώς τα γεγονότα του διηγήματος καλύπτουν ένα χρονικό διάστημα 28 χρόνων.




ΕΡΩΤΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Γεώργιος Βιζυηνός «Το αμάρτημα της μητρός μου»

Όπως γνωρίζετε, σε μια αφήγηση συχνά παρατηρούνται αναχρονίες όταν ο αφηγητής παραβιάζει τη χρονική σειρά κατά την αφήγηση, αναφερόμενος άλλοτε σε γεγονότα προγενέστερα από το σημείο της ιστορίας στο οποίο βρισκόμαστε σε μια δεδομένη στιγμή (αναδρομικές αφηγήσεις) και άλλοτε προλέγοντας γεγονότα τα οποία θα διαδραματιστούν αργότερα (πρόδρομες αφηγήσεις).
α) Να αναζητήσετε και να καταγράψετε τις αναχρονίες του αφηγήματος.
β) Τι επιτυγχάνει με τη χρήση τους ο αφηγητής;
α) Στο Αμάρτημα της μητρός μου εντοπίζουμε 7 αναδρομικές αφηγήσεις και μόλις μία σύντομη αναφορά σε μελλοντικά γεγονότα.
1η Αναδρομή: Όταν ο αφηγητής – παιδί ακούει την προσευχή της μητέρας του στην εκκλησία, προσπαθεί να θυμηθεί αν έκανε ποτέ κάτι για να ενοχλήσει τη μητέρα του, ώστε να φτάσει στο σημείο να ζητά το χαμό του.
«Ἀνεκάλεσα εἰς τὴν μνήμην μου ὅλας τὰς πρὸς τὴν μητέρα τρυφερότητας καὶ θωπείας μου. Προσεπάθησα νὰ ἐνθυμηθὼ μήπως τῆς ἔπταισα ποτέ, μήπως τὴν ἀδίκησα, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην. Ἀπεναντίας εὔρισκον, ὅτι ἀφ' ὅτου ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἀδελφή μας, ἐγὼ, ὄχι μόνον δὲν ἠγαπήθην, ὅπως θὰ τὸ ἐπεθύμουν, ἀλλὰ τοῦτ' αὐτὸ παρηγκωνιζόμην ὁλονὲν περισσότερον. Ἐνθυμήθην τότε, καὶ μοῖ ἐφάνη ὅτι ἐνόησα, διατὶ ὁ πατήρ μου ἐσυνείθιζε νὰ μὲ ὀνομάζη τὸ ἀδικημένο του.»
2η Αναδρομή: Η δεύτερη αναδρομή γίνεται από τον αφηγητή – παιδί όταν ακούει τη μητέρα του να μοιρολογεί. Ο αφηγητής ανατρέχει στο παρελθόν για να μας μιλήσει για τη σύνθεση του μοιρολογιού αυτού.
«Τὸ μοιρολόγιον τοῦτο ἐσύνθεσεν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ πατρός μου, κατὰ παραγγελίαν αὐτῆς, ἡλιοκαὴς ρακένδυτος Γύφτος, γνωστὸς εἰς τὰ περίχωρά μας διὰ τὴν δεξιότητα εἰς τὸ στιχουργεῖν αὐτοσχεδίως....
- Θεὸς σχωρέσοι τὸν ἄνδρα σου, νύφη! Ἐφώνησεν ἔκθαμβος ὁ ραψωδὸς καὶ φορτωθεὶς τὰ χάλκινά του σκεύη ἐξῆλθε τῆς αὐλῆς μας.»
3η Αναδρομή: Ο αφηγητής – παιδί, μόλις η μητέρα του δίνει να πιει νερό από το σκεύος όπου μόλις είχε περάσει η χρυσαλλίδα (η ψυχή του πατέρα του, σύμφωνα με τη μητέρα), θυμάται πως η μητέρα τους έχει δώσει κι άλλες φορές να πιουν από αυτό το σκεύος.
«Τότε μοῦ ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ὅτι καὶ ἄλλοτε μᾶς ἐπότιζεν ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ σκεύους, εὐθὺς ὡς ἐξυπνοῦμεν. Καὶ ἐνθυμήθην, ὅτι ὁσάκις ἔκαμνε τοῦτο ἡ μήτηρ μας, ἦτο καθ' ὅλην ἐκείνην τὴν ἡμέραν ζωηρὰ καὶ περιχαρής, ὡς ἐὰν εἶχεν ἀπολαύσει μεγάλην τινὰ πλὴν μυστικὴν εὐδαιμονίαν.»
4η Αναδρομή: Μετά το θάνατο της Αννιώς και προτού ο αφηγητής μας περιγράψει τον έντονο θρήνο της μητέρας του για τη μικρή της κόρη, ανατρέχει στο παρελθόν για να μας μιλήσει για το θρήνο της μητέρας όταν πέθανε ο πατέρας.
«Πολλοὶ εἶχον κατηγορήσει τὴν μητέρα μου, ὄτι ἐνῷ αἱ ξέναι γυναίκες ἐθρήνουν μεγαλοφώνως ἐπὶ τοῦ νεκροὺ τοῦ πατρός μου, ἐκείνη μόνη ἔχυνεν ἄφθονα, πλὴν σιγηλὰ δάκρυα. Ἡ δυστυχὴς τὸ ἔκαμνεν ἐκ φόβου μήπως παρεξηγηθῇ, μήπως παραβῇ τὰ ὅρια τῆς εἰς τὰς νέας ἀνηκούσης σεμνότητος. Διότι καθὼς εἶπον, ἡ μήτηρ μας ἐχήρευσε πολὺ νέα.»
5η Αναδρομή: Όταν η μητέρα κατορθώνει να ελέγξει τον πόνο της για το χαμό της Αννιώς, συνειδητοποιεί σε τι σημείο έχουν φτάσει τα οικονομικά της οικογένειάς της, όσο καιρό ήταν απόλυτα προσηλωμένη στο άρρωστο παιδί της. Ο αφηγητής – παιδί μας εξηγεί πώς και γιατί έχασαν όλα τους τα χρήματα.
«Ἡ χρηματικὴ μας περιουσία κατηναλώθη εἰς ἰατροὺς καὶ ἰατρικὰ. Πολλὰ χράμια καὶ κηλίμια, ἔργα τῶν ἰδίων αὐτῆς χειρῶν, τὰ εἶχε πωλήσει δι' ἀσήμαντα ποσὰ, ἤ τὰ εἴχε δώσει ὡς ἀμοιβὴν εἰς τοὺς γόητας καὶ τὰς μαγίσσας. Ἄλλα μᾶς τὰ ἔκλεψαν αὐτοὶ καὶ οἱ ὅμοιοί των, ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς ἀνεπιβλεψίας, ἥτις ἐπεκράτησεν ἐν τῷ οἴκῳ μας. Πρὸς ἐπίμετρον ἐξηντλήθησαν καὶ αἱ προμήθειαι τῶν ζωοτροφιῶν μας καὶ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν πλέον πόθεν νὰ ζήσωμεν.»
6η Αναδρομή: Ο ενήλικας – αφηγητής αναφέρεται στην υπόσχεση που είχε δώσει στη μητέρα του, ότι θα φροντίσει όχι μόνο εκείνη αλλά και το ψυχοπαίδι της, εξηγώντας μας τις συνθήκες υπό τις οποίες έδωσε την υπόσχεση αυτή.
«Ἦτο καθ' ἣν ἐποχὴν ἡ μήτηρ μας εἰργάζετο διὰ νὰ θρέψῃ τὴν πρώτην μας θετὴν ἀδελφὴν καθὼς καὶ ἡμᾶς. Ἐγὼ τὴν συνώδευον κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν μαθημάτων, παίζων παρ' αὐτῇ, ἐνῶ ἐκείνη ἔσκαπτεν ἢ ἐξεβοτάνιζεν. Μίαν ἡμέραν διακόψαντες τὴν ἐργασίαν ἐπεστρέφομεν ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς φεύγοντες τὸν ἀφόρητον καύσωνα, ὑφ' οὗ ὁλίγον ἔλειψε νὰ λιποθυμήσῃ ἡ μήτηρ μου...
Ἡ μήτηρ ἐμειδίασεν ἀκουσίως, διὰ τὴν ἐπιβλητικὴν στάσιν, ἣν ἔλαβον προφέρων τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην. Ἔπειτα διέκοψε τὴν ὁμιλίαν ἐπειποῦσα•
- Ἄμ' θρέψε δὰ πρῶτα τὸν ἑαυτό σου καὶ ὕστερα βλέπουμε.»
7η Αναδρομή: Η τελευταία και εκτενέστερη αναδρομή μας δίνεται από τη μητέρα, η οποία εξομολογούμενη στο γιο της το αμάρτημά της, ανατρέχει στο παρελθόν για να του περιγράψει τα γεγονότα που οδήγησαν στο πλάκωμα του μωρού, καθώς και τις προσπάθειές της για εξιλέωση μετά και το θάνατο του δεύτερου κοριτσιού της.
«- Ναὶ! μὲ εἶπεν, ἀναστενάξασα βαθέως, ἀλλὰ δὲν ἦτο τὸ μόνον μου κορίτσι! Ἐσὺ εἶσαι τέσσαρα χρόνια μικρότερος ἀπὸ τὸ Χρηστάκη. Ἕνα χρόνο κατόπιν του ἔκαμα τὴν πρώτη μου θυγατέρα.
Ἤταν τότε κοντά, 'ποὺ ἐπαντρολογιέτο ὁ Φώτης ὁ Μυλωνᾶς. Ὁ μακαρίτης ὁ πατέρας σου παράργησε τὸ γάμο τους, ὡς 'ποὺ ν' ἀποσαραντήσω ἐγὼ, γιὰ νὰ τοὺς στεφανώσουμε μαζὶ. Ἤθελε νὰ μὲ 'βγάλῃ καὶ μένα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ χαρῶ 'σὰν 'πανδρευμένη, ἀφοῦ κορίτσι δὲν μ' ἀφῆκεν ἡ γιαγιά σου νὰ χαρῶ...
Ὅποιος δὲν τὸ ἐδοκίμασε μοναχός του, παιδὶ μου, δὲν 'ξεύρει τὶ πικρὸ ποτήρι ἦταν ἐκεῖνο. Ἐλπίδα νὰ κάνω ἄλλο κορίτσι δὲν ἦταν πλέον. Ὁ πατέρας σου εἶχ' ἀποθάνει. Ἂν δὲν εὐρίσκετο ἕνας γονιὸς νὰ μὲ χαρίσῃ τὸ κορίτσι του, ἤθελα πάρω τὰ βουνὰ νὰ φύγω.
Ἀλήθεια 'ποῦ δὲν ἐβγῆκε καλόγνωμο. Μὰ ὅσο τὸ εἶχα καὶ τὸ 'κήδευα καὶ τὸ 'κανάκευα, 'θαρροῦσα πῶς τὸ εἶχα 'δικό μου, καὶ 'ξεχνοῦσα 'κεῖνο πὤχασα, κ' ἡμέρωνα τη συνείδησί μου.»
Η πρόδρομη αφήγηση μας δίνεται από τον αφηγητή όταν φεύγοντας για τα ξένα, ενώ λέει στη μητέρα του ότι πάει για να βγάλει χρήματα, ώστε εκείνη να μην έχει ανάγκη να δουλεύει, πρόκειται να συνειδητοποιήσει πως κάτι τέτοιο θα αργήσει πολύ να συμβεί.
«Δὲν ἤξευρον ἀκόμη ὅτι δεκαετὲς παιδίον ὄχι τὴν μητέρα, ἀλλ' οὐδὲ τὸν ἐαυτόν του δὲν δύναται νὰ θρέψῃ. Καὶ δὲν ἐφανταζόμην, ὁποίαι φοβεραὶ περιπέτειαι μὲ περιέμενον καὶ πόσας πικρίας ἔμελλον ἀκόμη νὰ ποτίσω τὴν μητέρα μου διὰ τῆς ξενιτείας ἐκείνης, δι' ἧς ἤλπιζον νὰ τὴν ἀνακουφίσω.
Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὄχι μόνον βοήθειαν, ἀλλ' οὐδὲ μίαν ἐπιστολὴν κατώρθωσα νὰ τῇ στείλω.»

β) Οι αναχρονίες αποτελούν μια συχνή επιλογή στα αφηγηματικά έργα, καθώς έτσι αποφεύγεται η μονότονη ευθύγραμμη παράθεση των γεγονότων και το κείμενο κερδίζει σε ενδιαφέρον.
Η χρήση αναχρονιών επιτρέπει στον αφηγητή να ξεκινήσει τη διήγησή του από το χρονικό σημείο που επιθυμεί, επιστρέφοντας στο παρελθόν ανά διαστήματα για να δώσει κάθε φορά τις πληροφορίες που κρίνει απαραίτητες, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί απρόσκοπτα να παρακολουθεί την εξέλιξη της ιστορίας.
Ειδικά για το Αμάρτημα της μητρός μου, οι αναχρονίες είναι πολύτιμες, καθώς επιτρέπουν στον αφηγητή να ξεκινήσει την ιστορία του από την ασθένεια της Αννιώς, κρατώντας κρυφό το αμάρτημα της μητέρας και διατηρώντας ακέραιη την αγωνία του αναγνώστη, μέχρι τη στιγμή της δραματικής αποκάλυψης μέσα από την αναδρομική αφήγηση της μητέρας.




ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ

ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ
(Το αμάρτημα της μητρός μου)
Γνωρίσματα της αφήγησης : η πλοκή είναι ιδιαίτερα τεχνική. Καθώς ο Βιζυηνός απομακρύνεται από την απλή ηθογραφία η οποία επηρεασμένη από την λαογραφία καταγράφει την ζωή στην ύπαιθρο, συχνά με ειδυλλιακό τρόπο, η σύνθετη διαμόρφωση της πλοκής (είδος εστίασης, χρόνος, πλοκή-λύση μυστηρίου) τον απομακρύνει τόσο από άλλους ηθογράφους όσο και από τις παλιότερες ιστοριογραφικές αφηγήσεις (π.χ. Λουκής Λάρας). Από το τίτλο ακόμη συνήθως ο Βιζυηνός εισάγει την έννοια του αινίγματος. Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι ένα ερώτημα προς απάντηση, ένα μυστήριο προς επίλυση. [ (Ποίο ήτο) «το αμάρτημα της μητρός μου» (;), «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» (;), (Ποιαι ήσαν) «αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» (;) ]. Πράγματι το αίνιγμα επιλύεται με την σταδιακή αποδέσμευση πληροφοριών από τον αφηγητή, ο οποίος δεν καταθέτει εξαρχής όλες τις πληροφορίες που γνωρίζει αλλά τμηματικά. Στο «Αμάρτημα» υποβοηθά σε αυτό και ο χρόνος της ιστορίας-28 χρόνια. Έτσι ο αφηγηματικός χρόνος οργανώνεται με αναδρομές αλλά και στο γραμμικό πέρασμά του με παραλείψεις και περιλήψεις. Η αφήγηση είναι μεταγενέστερη των γεγονότων και βασίζεται στο κλασικό σχήμα : αρχική κατάσταση (δέση), ανατροπή της (με την κορύφωση), νέα κατάσταση (λύση).
Το είδος της πλοκής (πλοκή-αίνιγμα) επιβάλλει και το είδος του αφηγητή αποκλείοντας τον τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή και καταλήγοντας στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση και την εσωτερική εστίαση. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση διαφαίνεται ήδη από τον τίτλο. Η εσωτερική εστίαση είναι συγχρονική δηλ. ταυτόχρονη με τα γεγονότα, πληροφορεί μόνο για τη στιγμή της δράσης και δεν υπεισέρχεται η προοπτική του ώριμου αφηγητή. Η διφυία της αφήγησης είναι ιδιάζουσα σε σχέση με αυτήν στο «Όνειρο στο κύμα». Εκεί η χρονική απόσταση ανάμεσα στον αφηγητή-ήρωα-βοσκό και τον ώριμο αφηγητή-δικηγόρο ήταν σταθερή. Στο «Αμάρτημα» η διάρκεια του χρόνου της ιστορίας, τα 28 έτη, οδηγούν σε μεταβλητή εσωτερική εστίαση αφού το παιδί μεγαλώνει, βιώνει νέα γεγονότα, τα κατανοεί καλύτερα αλλά και μαθαίνει την αλήθεια. Έτσι, υπάρχει και σταδιακή αποδέσμευση πληροφοριών ενώ αναγνώστης και αφηγητής-παιδί βρίσκονται στην ίδια πλάνη και πληροφορούνται την αλήθεια ταυτόχρονα. Αν και η εστίαση παραμένει εσωτερική είναι μεταβλητή και επειδή η προοπτική μεταφέρεται από το γιό στη μάνα στην αποκαλυπτική εγκιβωτισμένη αφήγηση. Η εστίαση της μάνας παραμένει αμετάβλητη. Η πλάνη, η εξαπάτηση ήρωα-αφηγητή και αναγνώστη αποτελεί ένα άλλο στοιχείο της τεχνικής του Βιζυηνού και δημιουργεί μια αμφισημία, μια σχετικότητα, μια διπλή αλήθεια η οποία, όπως στα αστυνομικά έργα, αποκαλύπτεται προς το τέλος του έργου.
Ένα ακόμη γνώρισμα της τεχνικής του Βιζυηνού είναι η πλαστικότητα των χαρακτήρων. Αντλώντας από τα βιώματά του και τις οικογενειακές του τραγικές μνήμες ο Βιζυηνός διαπλάθει ολοκληρωμένους χαρακτήρες που μέσω της σύνθετης πλοκής αναπαριστώνται να βιώνουν την τραγικότητα και το ανθρώπινο δράμα. Σημαντικό επίσης χαρακτηριστικό είναι η ψυχογράφηση ηρώων, γεγονός που απομακρύνει τον Βιζυηνό από την απλή ηθογραφία. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αποδοθεί στην επίδραση των σπουδών του στην ψυχολογία. Ο Βιζυηνός διεισδύει στην ψυχή των ηρώων του, φωτίζει τα βαθύτερα συναισθήματα και τα κίνητρα των πράξεών τους.
Στο «Αμάρτημα» την αφήγηση διέπουν αντιθετικά ζεύγη : ενικός –πληθυντικός (η μήτηρ-ημείς, Αννιώ-ημείς), κορίτσι-αγόρια, νεκρός πατέρας-ζωντανοί οι υπόλοιποι επομένως θάνατος-ζωή. Το τελευταίο δίπολο επηρεάζει ολόκληρη την αφήγηση, καθώς η ζωή όλης της οικογένειας σκιάζεται από έναν φανερό (του πατέρα) και έναν αφανή (της Αννιώς) θάνατο.
Οι περιγραφές του Βιζυηνού δεν είναι όπως αυτές του Παπαδιαμάντη ούτε τόσο εκτενείς και κυρίως δεν επικεντρώνονται στη φύση. Ο Βιζυηνός παραμένει ανθρωποκεντρικός και δεν τρέφει τον παπαδιαμαντικό έρωτα για τη φύση. Ωστόσο και εδώ, όπως και στον Παπαδιαμάντη, οι περιγραφές δεν είναι διακοσμητικές αλλά αποτελούν οργανικά μέρη της αφήγησης : συμπληρώνουν αφηγηματικά κενά, δημιουργούν αντιθέσεις, εντείνουν την δραματικότητα.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΛΑΓΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Αφηγηματική τεχνική με την οποίαν ο αφηγητής αποδίδει τα λόγια, τις σκέψεις, τις διαθέσεις, τα συναισθήματα κάποιου ήρωά του. Ο ΕΠΛ συνιστά ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στον ευθύ και στον πλάγιο λόγο και συνδυάζει δύο φωνές : τη φωνή του αφηγητή και του συγκεκριμένου προσώπου του οποίου τα λόγια ή τις σκέψεις μεταφέρει ο αφηγητής. Ο αφηγητής εξαφανίζεται πίσω από τον χαρακτήρα και μεταφέρει τις λέξεις ή τις φράσεις του προσώπου. Ο αποδέκτης της αφήγησης δεν είναι ποτέ σίγουρος αν οι σκέψεις ή τα λόγια του ήρωα αποτελούν πραγματικές σκέψεις του ή αρθρωμένο λόγο.
Η αναγνώριση του ΕΠΛ γίνεται συχνά ιδιαίτερα δύσκολη επειδή εμφανίζεται με διάφορες μορφές και σε διάφορες παραλλαγές. Ορισμένα συνήθως σταθερά στοιχεία που είναι δυνατόν να βοηθήσουν στην αναγνώρισή του είναι : η τριτοπρόσωπη αντωνυμία που αντικαθιστά το α ή β πρόσωπο, ο παρελθοντικός χρόνος του ρήματος (αλλά είναι δυνατόν να υπάρχει παροντικός χρόνος που ακολουθεί τον χρόνο ομιλίας του ήρωα, δείκτες χρόνου οι οποίοι μεταβάλλονται (π.χ. τώρα γίνεται εκείνη τη στιγμή κλπ).
Στο «Αμάρτημα της μητρός μου» ΕΠΛ μπορούμε να αναγνωρίσουμε στις ακόλουθες περιπτώσεις :
σ. 127 «έτρεχε να τον ερωτήση, πως εθεραπεύθη» : παρόλη την παρουσία ρήματος εξάρτησης (ερωτήση) το κόμμα διαχωρίζει το ρήμα εξάρτησης από την δευτερεύουσα πρόταση καθιστώντας την πρόταση σχετικά ανεξάρτητη. Έτσι υπάρχει ένα είδος ΕΠΛ.
σ. 127-128 «Πασα νόσος…»εξωτικόν»».
σ. 129-130 «Σαράντα…χάριτος».
Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις ο ΕΠΛ νοείται ως μεταφορά της λαϊκής σκέψης μέσω των λόγων του αφηγητή.
σ. 139 «Σχέδια περί…απελέκητον».


σ. «και προσηύχετο…πατέρων μου» : παρά την παρουσία αντωνυμίας α ενικού ενδέχεται να είναι ΕΠΛ, ένας αφηγημένος μονόλογος (άλλη ονομασία για τον ΕΠΛ).

ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΒΙΖΥΗΝΟ-ΕΡΩΤΗΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Γεώργιος Βιζυηνός «Το αμάρτημα της μητρός μου»

Αναζητήστε εκείνα τα στοιχεία που προσδίδουν στο κείμενο θεατρική λειτουργία.
Η θεατρική λειτουργία του διηγήματος αυτού συνίσταται στη δόμησή του σε σκηνές που έχουν ικανή αυτοτέλεια, στον προσδιορισμό του χώρου, στην παραστατική σκιαγράφηση των βασικών προσώπων της ιστορίας και φυσικά στην ύπαρξη διαλόγων.
Ο Βιζυηνός παρουσιάζοντας τα γεγονότα που αποτελούν τον κορμό της αφήγησής του τα διακρίνει σε επιμέρους ενότητες – σκηνές, δημιουργώντας δομικά τις προϋποθέσεις μιας θεατρικής παρουσίασης του έργου. Υπάρχει για παράδειγμα η ενότητα που αφορά την ασθένεια της Αννιώς, όσο αυτή βρίσκεται στο σπίτι, τα γεγονότα της εκκλησίας, η τελετή επίκλησης της ψυχής του πατέρα που μας οδηγεί στο τέλος της Αννιώς, η σκηνή της υιοθεσίας, η εξομολόγηση της μητέρας στο γιο της, καθώς και άλλες ενότητες, που επιτρέπουν εν τέλει τη θεατρική απόδοση του διηγήματος. Οι ενότητες αυτές, μάλιστα, εναλλάσσονται με γρήγορο σχετικά ρυθμό, ώστε να μη δίνεται η αίσθηση στατικότητας τόσο των προσώπων όσο και της εξέλιξης της ιστορίας.
Επιπλέον, ο συγγραφέας φροντίζει να προσδιορίζει κάθε φορά το χώρο όπου τελούνται τα αφηγούμενα γεγονότα, ώστε να είναι σε θέση ο αναγνώστης να δημιουργήσει στο μυαλό του τις ανάλογες εικόνες. Ο Βιζυηνός, βέβαια, δεν αναλώνεται σε εκτενείς περιγραφές του χώρου, μας δίνει όμως, έστω και με λιτό τρόπο, τα βασικά στοιχεία ώστε να γνωρίζουμε που βρίσκονται σε κάθε περίπτωση οι ήρωες της ιστορίας του.
Τέλος, ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην παρουσίαση των προσώπων του διηγήματος, προσφέροντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να γνωρίσει σε βάθος τη ψυχολογική κατάσταση και τα συναισθήματά τους. Ενώ, παράλληλα, εμπλουτίζει συχνά την αφήγησή του με αναφορές στις εκφράσεις και τις χειρονομίες των προσώπων, στοιχεία που επιτρέπουν μια πληρέστερη κατανόηση της συναισθηματικής κατάστασης των ηρώων και μας παραπέμπουν παράλληλα σε μια θεατρικότητα στην παρουσίασή τους. Οι διάλογοι, μάλιστα, που εντάσσει στην αφήγησή του ενισχύουν την αίσθηση της θεατρικής λειτουργίας του κειμένου.




ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΝΑ ΕΝΟΤΗΤΑ

                                         ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΤΕ ΤΙΣ ΑΠΟΡΙΕΣ ΣΑΣ    ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚ. ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΕΧΕΤΕ ΔΙΠΛΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ Α ΕΝΟΤΗΤΑ «Άλλην αδελφήν…πλησίον της»


  1. «Το διήγημα, ήδη στην πρώτη του σελίδα, προσδιορίζει τα αντιθετικά ζεύγη που θα καθορίσουν το νόημα’…Τα πέντε αυτά ζεύγη θα οροθετήσουν την αναζήτηση του νοήματος, τον προσδιορισμό δηλαδή του αμαρτήματος, που προεξαγγέλλεται ήδη με τον τίτλο του διηγήματος» Μ. Χρυσανθακόπουλος. Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε τα 5 αντιθετικά ζεύγη.
  2. « Οι γλωσσικοί κώδικες [...] της καθαρεύουσας και της δημοτικής λειτουργούν κυρίως ως δείκτες πολιτισμικών και κοινωνικών διαφορών. Καθαρεύουσα μιλούν ο αφηγητής των διηγημάτων , απεναντίας η δημοτική είναι ο κώδικας των φτωχών και καταφρονεμένων.». Π. Μουλλάς. Να εντοπίσετε στοιχεία αυτής της διπλής χρήσης της γλώσσας που να επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη.
  3. «Τον Βιζυηνό μπορούμε να τον κατατάξουμε σ' αυτό που ο Βουτουρής ονομάζει «ρεαλιστική αγροτική ηθογραφία»». (Α. Αναστασιάδου). «Ο Βιζυηνός συνθέτει «αυτοβιογραφικό αναδρομικό αφήγημα»» (Massimo Peri). Να επιβεβαιώστε τις παραπάνω απόψεις παραθέτοντας χωρία από την Α’ ενότητα.
  4. [Ο Βιζυηνός] χρησιμοποιεί μεν τις συμβάσεις του ρεαλισμού, αλλά ακραία με σκοπό να τις ανατρέψει. Από την μια μεριά χρησιμοποιεί τους νόμους του ρεαλισμού, κατά το πρότυπο του Balzac, την εξονυχιστική δηλαδή παρατήρηση και την φροντίδα για τεκμηρίωση, έτσι ώστε να επιτυγχάνει την πειστική αναπαράσταση των πράξεων των ηρώων του, την επιτυχημένη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και την επιτυχημένη ερμηνεία της συμπεριφοράς τους. Από την άλλη όμως, χρησιμοποιεί και «τους νόμους της αγωνίας και της πλάνης που θέτουν υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη μιας και μοναδικής πραγματικότητας, την οποία υποτίθεται ότι αποδίδει ο ρεαλισμός» (A. Aναστασιάδου). Να εξηγήστε με αναφορές στο διήγημα την παραπάνω εκτίμηση.
  5. « Αφ’ ότου…μέρος» : Να σχολιάσετε το παραπάνω χωρίο
  6. «Ο χονδρός…απερχόμενος» : να εντοπίσετε και να σχολιάσετε την άποψη του ώριμου αφηγητή για το πρόσωπο του κουρέα και τη θέση του στην κοινωνία του χωριού του.
  7. «Η μήτηρ μου …μετέβαλε γνώμην» : να σχολιάσετε την ψυχογραφική ικανότητα του Βιζυηνού στο σημείο αυτό. Ποια στάση τηρεί απέναντι στην συμπεριφορά της μητέρας του;
  8. Να σχολιάσετε τα λόγια και τη συμπεριφορά της Αννιώς στην εκκλησία απέναντι στα αδέλφια της συγκριτικά με τη στάση της μητέρας.
  9. Να εντοπίσετε τρία λαογραφικά στοιχεία στην Α’ ενότητα



Β ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ «Ενθυμούμαι ακόμη…από τα βάσανά του!»
1. Να σχολιάσετε την περιγραφή της πρώτης διανυκτέρευσης στην εκκλησία. Τι προσφέρει στην πλοκή η σκηνή αυτή; «Το αμυδρόν φως…αρεστότερος»
2. Πώς προετοιμάζεται η ενότητα σταδιακά και οδηγείται στην κορύφωση της σκηνής του θανάτου της Αννιώς;
3. Ποιες αφηγηματικές τεχνικές χρησιμοποιούνται στην ενότητα;
4. Να αιτιολογήσετε την άποψη ότι στην ενότητα αυτή ο αφηγητής έχει τον κύριο ρόλο.
5. Ο αφηγητής αισθάνεται ενοχή καθώς βιώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη για την άρρωστη αδελφή του και την πίκρα για τη στέρηση της μητρικής στοργής. Σε ποια σημεία του κειμένου φαίνεται αυτή η σύγκρουση;
6. Να σχολιάσετε τη σκηνή του Γύφτου «Το μοιρολόγιον…αυλής μας».
7. « Η ανάλυσίς του, η ψυχολογία του, η ζωηρότης των εικόνων, η ακρίβεια των περιγραφών θέτουν αυτόν εις την πρώτην τάξιν των διηγηματογράφων (…)»
( Δ. Χατζόπουλος). Να επιβεβαιώσετε την παραπάνω άποψη βασιζόμενοι α) στη σκηνή της διανυκτέρευσης στην εκκλησία β) στη σκηνή των αντιδράσεων του μικρού μετά το άκουσμα της προσευχής της μητέρας.
8. Να σχολιάσετε την περιγραφή της αντίδρασης του Γιωργή μετά την προσευχή της μητέρας.
9. Ποια ένδειξη για την εξέλιξη της πλοκής παρέχεται στον αναγνώστη από την προσευχή της μητέρας;
10 Για ποιους λόγους η μητέρα και ο Γιωργής θεωρούνται τραγικά πρόσωπα στην ενότητα αυτή;
11. Να σχολιάσετε τη φράση « μ’ εθώπευσε…εξιλεώση.».
12. Στο Αμάρτημα της μητρός μου υπάρχουν φράσεις που «αποβλέπουν στο να υπογραμμίσουν τη διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην παιδική συνείδηση που προσλαμβάνει τα συμβάντα». Ποιες φράσεις μέσα στο κείμενο επιβεβαιώνουν αυτή την επισήμανση;
13. Να σχολιάσετε την απόδοση της σκηνής του θανάτου της Αννιώς.
14. Να εντοπίσετε τα σημεία όπου υπάρχει ελεύθερος πλάγιος λόγος στην ενότητα. (σημ. ο ΕΠΛ περιλαμβάνεται στις αφηγηματικές τεχνικές όπως και ο διάλογος-εσωτερικός μονόλογος -ευθύς λόγος)


Γ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ «Πολλοί είχον…εις τα ξένα»
1. Ποιες αφηγηματικές τεχνικές χρησιμοποιούνται στην ενότητα και τι εξυπηρετούν από άποψη πλοκής;
2. «αποτυπώνει όψεις του ενιαίου ελληνικού κόσμου, που διατηρεί μια παραδοσιακή δομή κι έναν τρόπο ζωής ανάλλαχτο ίσως εδώ και πολλούς αιώνες» ( Κ. Μητσάκης). Να επιβεβαιώσετε την άποψη με αναφορές από την ενότητα.
3. Ποια είναι η στάση του αφηγητή στις δύο υιοθεσίες;
4. «Από της στιγμής…ευτυχεστέρους» : να σχολιάσετε τις φράσεις του αφηγητή
5. Στην ενότητα αυτή ο αφηγητής παρουσιάζεται ωριμότερος συγκριτικά με την αρχική ενότητα. Να εντοπίσετε τα σημεία στα οποία είναι ορατή αυτή η ωρίμανση.
6. Να εξηγήσετε με βάση την Α και Γ ενότητα την ορολογία μεταβλητή εστίαση που αποδόθηκε στην εσωτερική εστίαση του αφηγητή.
7. Ποια είναι τα δραματικά απρόοπτα της ενότητας πώς επηρεάζουν την πλοκή και ποια επίδραση έχουν στον αναγνώστη;
8. «Μη μου φέρετε τίποτε, έλεγεν η μήτηρ μου, ... Ο Γιωργής ήμην εγώ. Και την υπόσχεσιν ταύτην την είχον δώσει αληθώς, αλλά πολύ προτύτερα. Ήτο καθ’ ήν εποχήν...». Να διακρίνετε τα τρία επίπεδα του χρόνου.
9. Ποιες συνέπειες έχει η σκηνή στο ποτάμι α) στον αφηγητή β) στην πλοκή γ)στον αναγνώστη
10. Να συγκρίνετε τη σκηνή στο ποτάμι με τη σκηνή στην εκκλησία. Πώς λειτουργεί ο κλειστός και πώς ο ανοιχτός χώρος; Ποιον αντίκτυπο έχουν στην ψυχή του Γιωργή;
11. Ο αφηγητής δεν γνωρίζει γιατί η μητέρα του υιοθετεί κορίτσια. Βρίσκεται σε πλάνη ως προς τα κίνητρα των υιοθεσιών και η αιτιολόγησή του είναι «αδυναμία της μητρός μου…προς τα κοράσια κλίσιν της». Τι συναισθήματα γεννά στον αναγνώστη η άγνοια του αφηγητή;


Δ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ «Η μήτηρ… τινος φόβου»
1. Πώς λειτουργεί στο κείμενο η εμπλοκή του αφηγητή στα γεγονότα;
2. Η αφήγηση στο διήγημα γίνεται με εσωτερική εστίαση η οποία όμως παρουσιάζει μεταβολές. Να εντοπίσετε στην ενότητα τέτοιου είδους ματαβολές.
3. Βασικά χαρακτηριστικά του αφηγηματικού λόγου στο «Αμάρτημα της μητρός μου» είναι, μεταξύ άλλων, η περιγραφή, οι αναδρομές, ο μονόλογος και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Να επισημάνετε (με ένα παράδειγμα για κάθε περίπτωση) την ύπαρξη αυτών των χαρακτηριστικών στο συγκεκριμένο απόσπασμα και να σχολιάσετε τη λειτουργία τους.
4. «Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η δραματική πυκνότητα και οι επεμβάσεις της μοίρας, που φέρνουν τους χαρακτήρες αντιμέτωπους, καθώς από ένα, το αρχικό μοιραίο γεγονός, προκύπτουν στη συνέχεια άλλες δραματικές συνέπειες με αντίχτυπο σε όλους» (Κ. Στεργιόπουλος). Ποιο είναι το αρχικό μοιραίο γεγονός και πού οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι στην ενότητα;
5. « Αλλά την αδελφήν…αντίθετον». Να σχολιάσετε το χωρίο
6. Τι εξυπηρετεί ως προς την εξέλιξη της πλοκής η άρνηση του Γιωργή να αποδεχτεί το Κατερινιώ;
7. «Δος το πίσου…Μη θυμώνης» : στο διάλογο μητέρας Γιωργή να εντοπίσετε : α) τα σημεία όπου κορυφώνεται η ένταση β) τα επιχειρήματα των δύο συνομιλητών γ) τις λέξεις-φράσεις με τις οποίες δηλώνονται τα συναισθήματα του Γιωργή στη μητέρα.
8. Ποια συναισθηματική κατάσταση του αφηγητή ανιχνεύεται στη φράση: «Δόσ’ του πίσου αν μ’ αγαπάς»;
9. « Πότε τη έλεγον…ευχή μου» : ποια αυτοβιογραφικά στοιχεία διακρίνονται στο απόσπασμα;
10. «Η μήτηρ βεβαίως…εκπλήρωσίν της» : Ποια συναισθηματική κατάσταση του αφηγητή σε σχέση με την μητέρα του διακρίνεται στο χωρίο;
11. «Η μήτηρ βεβαίως ουδ’ εσημείωσε κάν την υπόσχεσιν εκείνην. «Και όμως οσάκις…ευχή μου!» : Πώς πράγματι εξέλαβε την υπόσχεση η μητέρα και ποια εντύπωση είχε ο αφηγητής γι αυτό;


Ε ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ « Η μήτηρ μου…εσιώπησα»
1. Βασικά χαρακτηριστικά του αφηγηματικού λόγου στο «Αμάρτημα της μητρός μου» είναι, μεταξύ άλλων, η περιγραφή, οι αναδρομές, ο μονόλογος και η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Να επισημάνετε (με ένα παράδειγμα για κάθε περίπτωση) την ύπαρξη αυτών των χαρακτηριστικών στο συγκεκριμένο απόσπασμα και να σχολιάσετε τη λειτουργία τους.
2. « Στις σελίδες των διηγημάτων του πάνε πλάι-πλάι ο ηθογράφος κι ο ψυχογράφος σε μια συνεργασία κι ένα σφιχτό δέσιμο με το άφθονο αυτοβιογραφικό υλικό και παρουσιάζεται υποδειγματική ενότητα» (Π. Χάρης). Να επιβεβαιώσετε την παραπάνω άποψη στο κείμενο
3. Ποιος είναι ο ρόλος της εγκιβωτισμένης αφήγησης στο διήγημα; Τι είδους αφηγητής είναι η μητέρα;
4. «Καθώς…πλάκωσα» : να σχολιάσετε τα λόγια της μητέρας
5. Με ποια εκφραστικά μέσα αισθητοποιεί ο συγγραφέας τα αισθήματα ενοχής της μητέρας;
6. Το ρήμα «κουράζομαι» επαναλαμβάνεται, σε διάφορους τύπους, τέσσερις φορές. Ποια είναι η λειτουργία του;
7. «Εξύπνησα…απεθαμένο!» : να σχολιάσετε τον τρόπο που περιγράφεται από την μητέρα η διαπίστωση του θανάτου του βρέφους.
8. Τα συναισθήματα του αφηγητή - παιδιού προς την Αννιώ αλλά και η συμπεριφορά των γονέων του προς αυτόν δίνονται μέσα από την οπτική γωνία της μητέρας. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο συγγραφέας επέλεξε αυτήν την τεχνική;
9. «Μα ο πατέρας σου…παιδί σου;» να σχολιάσετε στο απόσπασμα α)τα λόγια του πατέρα β) το σχόλιο της μητέρας.
10. «Η αμαρτία είναι αμαρτία». Ποια αντίληψη της μητέρας διαφαίνεται στην φράση και με ποιες ακόμη φράσεις της ενότητας συνδέεται αυτή;
11. «Τι να σε πω…εσιώπησα» : να σχολιάσετε τη στάση της μητέρας και τη στάση του αφηγητή. Λυτρώνονται από το βάρος των ενοχών τους;
12. «Η συναίσθησις…ευτυχίαις της!», « «…εις το πώς…προθέσεις μας» : να σχολιάσετε τα λόγια του αφηγητή.
13. «Η εκμυστήρευσις…αποτελέσματα». Να σχολιάσετε τη φράση α)από αφηγηματική άποψη β) ποια συναισθήματα του αφηγητή διαφαίνονται;  

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ -ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΕΤΑΒΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ
(παρουσίαση της κ. Αγάθης Γεωργιάδου)(ΕΠΙΛΟΓΉ-ΔΕΞΙ ΚΛΙΚ -ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ)


https://www.scribd.com/doc/248342510/B%CE%B9%CE%B6%CF%85%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%91%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1-Agathi

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Γ ,Δ ΚΑΙ Ε ΕΝΟΤΗΤΑ (ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ - ΓΕΝΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Γ΄ ενότητα: «Πολλοὶ εἶχον κατηγορήσει τὴν μητέρα μου…Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ἀπηρχόμην εἰς τὰ ξένα» (138-143 )
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ομοδιηγητικός αφηγητής, εσωτερική εστίαση.
Στην ενότητα αυτή η εστίαση είναι διευρυμένη εσωτερική (τείνει προς τη μηδενική), όταν ο αφηγητής αναφέρεται σε γεγονότα στα οποία δεν ήταν παρών, όπως τη σύγκρουση μητέρας –γιων για τη δεύτερη υιοθεσία (141- 2). Στην περίπτωση αυτή ο αφηγητής παρουσιάζει σκηνές που δεν έζησε ο ίδιος, για να μην υπάρχουν κενά στην αφήγηση. Πρόκειται για μεταγενέστερη γνώση του αφηγητή που αποκτήθηκε από έμμεσες μαρτυρίες.
1. Η αντίδραση της μητέρας μετά το θάνατο της Αννιώς. (138) Έντονες και παράφορες εκδηλώσεις («σπαραξικαρδίους της θρήνους»), ψυχική κατάρρευση, παθητικότητα, παντελής αδιαφορία για τα παιδιά της. Αφύπνιση της μητέρας λόγω της οικονομικής καταστροφής της οικογένειας. Το νέο πρόσωπο της μητέρας: δραστηριοποιείται, εργάζεται σκληρά για να θρέψει τα παιδιά της («Ἐπὶ πολὺ χρόνον μᾶς διέτρεφε διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου της»). Οργάνωση της οικογένειας.
2. Οι υιοθεσίες (139-142)
Πρώτη υιοθεσία (ο αφηγητής είναι αυτόπτης μάρτυρας): καθορισμένο τελετουργικό, θρησκευτικό και λαϊκό δρώμενο. Πρόσωπα και συναισθήματα των προσώπων. Η προσήλωση της μητέρας στο υιοθετημένο κορίτσι. Ο χαρακτήρας της υιοθετημένης κόρης.
Συμπύκνωση/σύνοψη του χρόνου, σ. 141: Πρὶν δὲ κατορθώσω νὰ ἐπιστρέψω, τὸ ξένον κοράσιον ηὐξήθη, ἀνετράφη, ἐπροικίσθη καὶ ὑπανδρεύθη, ὡς ἐὰν ἦτον ἀληθῶς μέλος της οἰκογενείας μας. Δεύτερη υιοθεσία (ο αφηγητής δεν είναι παρών): η δυσφορία αδελφών του αφηγητή και η αντίδρασή τους, η οποία προοικονομεί την επάνοδο του Γιωργή από την ξενιτιά.
3. Η σκηνή στο ποτάμι (αναδρομική αφήγηση) Αφορμή για την αναδρομή: η υπόσχεση του Γιωργή. Προεξαγγέλεται με τη φράση «Καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην τὴν εἶχον δώσει ἀληθῶς, ἀλλὰ πολὺ προτύτερα» (142). Εισάγεται με τη φράση «Ἦτο καθ’ ἣν ἐποχὴν…» και κλείνει κυκλικά με την αναφορά της υπόσχεσης.
Λειτουργία αναδρομικής αφήγησης:
 Η μητέρα εξιλεώνεται στα μάτια του αναγνώστη
 Ο αφηγητής λυτρώνεται από την αγωνία αν η μητέρα τον αγαπά. Η πράξη αυτοθυσίας της μητέρας αίρει τις αμφιβολίες του Γιωργή για την αγάπη της μάνας του, τις οποίες δημιούργησε η προσευχή του παρελθόντος.
 Η σχέση μητέρας -γιου αποκαθίσταται μερικώς.
 Αποκαλύπτονται νέες πλευρές του χαρακτήρα της μητέρας
 Παρουσιάζει τις δύσκολες συνθήκες εργασίας της μητέρας
 Αναδεικνύει την παρατηρητικότητα του αφηγητή και τη γνώση του για τη φύση
 Καταδεικνύει την αφηγηματική και περιγραφική δεινότητα του συγγραφέα
4. Αναδρομικές αφηγήσεις
 Πολλοὶ εἶχον κατηγορήσει τὴν μητέρα μου, ὄτι ἐνῷ αἱ ξέναι γυναίκες ἐθρήνουν μεγαλοφώνως ἐπὶ τοῦ νεκροὺ τοῦ πατρός μου, ἐκείνη μόνη ἔχυνεν ἄφθονα, πλὴν σιγηλὰ δάκρυα. (138)
 Ἡ χρηματικὴ μας περιουσία κατηναλώθη εἰς ἰατροὺς καὶ ἰατρικὰ. …ἐξηντλήθησαν καὶ αἱ προμήθειαι τῶν ζωοτροφιῶν μας καὶ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν πλέον πόθεν νὰ ζήσωμεν. (138-9)
 Ἦτο καθ’ ἣν ἐποχὴν… Ἄμ’ θρέψε δὰ πρῶτα τὸν ἑαυτό σου καὶ ὕστερα βλέπουμε. (142-3)
Δ΄ ενότητα: «Ἡ μήτηρ βεβαίως οὐδ’ ἐσημείωσε … ἀλλ’ ἰσχυροῦ τινος φόβου» (143-147)

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ομοδιηγητικός αφηγητής, εσωτερική εστίαση.
1. Η αναχώρηση του Γιωργή και η υπόσχεση.
2. Εικόνες που αισθητοποιούν τις πικρίες της μητέρας για τον ξενιτεμένο γιο και τα συναισθήματά της: (144)
 Ἐπὶ πολλὰ ἔτη παρεμόνευεν εἰς τοὺς δρόμους, ἐρωτῶσα τοὺς διαβάτας μὴ μὲ εἶδον πουθενὰ.
 Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐκλείετο περίτρομος εἰς τὸ εἰκονοστάσιόν μας, καὶ προσηύχετο δακρυρροοῦσα πρὸς τὸν Θεόν, διὰ νὰ μὲ φωτίσῃ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πίστιν τῶν πατέρων μου.
 Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐξήρχετο εἰς τοὺς δρόμους… ὅπως τὰ εὕρω ἐγὼ εἰς τὰ ξένα ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ἄλλων.

Συναισθήματα μητέρας: έκπληξη, αγωνία, ανησυχία, φόβος μήπως οι φήμες για την τύχη του παιδιού της είναι αλήθεια, απόγνωση καθώς προσπαθεί να μάθει νέα του. Τα συναισθήματα αυτά αποδεικνύουν την αγάπη της μητέρας και την προσπάθειά της να υπερασπιστεί την υπόληψή του. Έτσι η σύγκρουση των δύο προσώπων θα είναι εντονότερη, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η μητέρα στην αποκάλυψη του αμαρτήματός της.
Ο χρόνος απουσίας του Γιωργή στα ξένα αναφέρεται με λίγα λόγια (σύνοψη χρόνου).

3. Η επιστροφή του Γιωργή, τα συναισθήματά του για την υιοθετημένη αδελφή- Το πρότυπο της ιδανικής γυναίκας. (145) Απογοήτευση και αντιπάθεια λόγω της εξωτερικής εμφάνισης, του χαρακτήρα και του πνευματικού επιπέδου του κοριτσιού. Η στάση του Γιωργή λειτουργεί ως προς την οικονομία του έργου, καθώς ωθεί τη μητέρα στην εξομολόγηση του αμαρτήματος.

Το πρότυπο της ιδανικής γυναίκας (επιβράδυνση):
«μίαν ἀδελφήν, τῆς ὁποίας ἡ φαιδρὰ μορφὴ κ’ αἱ συμπαθητικαὶ φροντῖδες νὰ ἐξορίσουν ἀπὸ τῆς καρδίας μου τὴν ἐκ τῆς μονώσεως μελαγχολίαν, καὶ νὰ ἐξαλείψουν ἀπὸ τῆς μνήμης μου τὰς κακοπαθείας ὅσας ὑπέστην ἐν τῇ ξένῃ»,
«τὴν ἐφανταζόμην ὡραίαν καὶ συμπαθητικήν, ἀνεπτυγμένην καὶ ἔξυπνον, μὲ γράμματα, μὲ χειροτεχνήματα, μὲ ὅλας ἐν γένει τὰς ἀρετὰς ὅσας εἶχον αἱ κόραι τῶν χωρῶν, ὅπου ἔζων μέχρι τότε»,
«Ἕνα εὔμορφο κορίτσι, ἕνα ἔξυπνο, ποὺ νὰ στολίσῃ μίαν ἡμέρα τὸ σπίτι μας». (145)

4. Τα συναισθήματα της μητέρας στο διάλογο με τον Γιωργή (145-7)
Έκπληξη, πόνος, θλίψη, απελπισία, νιώθει προδομένη, επιχειρηματολογεί στοχεύοντας στη συναισθηματική διέγερση του Γιωργή, λυγίζει ψυχικά και αποκαλύπτει το φοβερό μυστικό της.

5. Αισθήματα ενοχής του αφηγητή προς τη μητέρα
 Καὶ δὲν ἐφανταζόμην, ὁποίαι φοβεραὶ περιπέτειαι μὲ περιέμενον καὶ πόσας πικρίας ἔμελλον ἀκόμη νὰ ποτίσω τὴν μητέρα μου διὰ τῆς ξενιτείας ἐκείνης, δι’ ἧς ἤλπιζον νὰ τὴν ἀνακουφίσω. (144)
 Ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὄχι μόνον βοήθειαν, ἀλλ’ οὐδὲ μίαν ἐπιστολὴν κατώρθωσα νὰ τῇ στείλω. (144)  Ἐπερίμενε προκλητικῶς τὴν ἀπάντησίν μου. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐτόλμησα νὰ προφέρω λέξιν. (146)  Καὶ λαβῶν ἐφίλησα τὴν παγερᾶν αὐτῆς χεῖρα πρὸς ἐξιλέωσιν. (147)

6. Αναδρομική αφήγηση
 «Ἡ μήτηρ βεβαίως οὐδ’ ἐσημείωσε κἂν τὴν ὑπόσχεσιν ἐκείνην. …ἐνόμιζα τὸν ἐαυτόν μου ὑποχρεωμένον πρὸς ἐκπλήρωσίν της» (143). Εντείνει το δραματικό στοιχείο, καθώς ο αφηγητής θα αρνηθεί να εκπληρώσει την υπόσχεσή του κατά τη δεύτερη υιοθεσία.

7. Πρόδρομη αφήγηση
 Καὶ δὲν ἐφανταζόμην, ὁποίαι φοβεραὶ περιπέτειαι μὲ περιέμενον καὶ πόσας πικρίας ἔμελλον ἀκόμη νὰ ποτίσω τὴν μητέρα μου διὰ τῆς ξενιτείας ἐκείνης, δι’ ἧς ἤλπιζον νὰ τὴν ἀνακουφίσω. (σ.144). Προϊδεάζει για τις δυσκολίες που επρόκειτο να περάσει ο αφηγητής στην ξενιτιά και τη δυστυχία που θα βίωνε η μητέρα.

Ε΄ ενότητα: «Ἡ μήτηρ μου εκρέμασε την κεφαλήν … καὶ ἐγὼ ἐσιώπησα» (147- 153)

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ομοδιηγητικός αφηγητής, εσωτερική εστίαση.


4. 1. Η εγκιβωτισμένη αφήγηση της μητέρας (αναδρομική αφήγηση, επιβράδυνση, 147-151) Αποτελεί το συγκλονιστικότερο και δραματικότερο τμήμα του κειμένου, αποκαλύπτεται το μυστικό, λύνεται η απορία του τίτλου, ερμηνεύεται η ως τότε ανεξήγητη προσκόλληση της μητέρας στα κορίτσια, αιτιολογούνται οι υιοθεσίες.

Λειτουργία θαυμαστικών (σελ. 149): δυσάρεστη έκπληξη από το θάνατο του βρέφους, αδυναμία να πιστέψουν το γεγονός, απελπισία, πανικός και απόγνωση. Δίνεται έμφαση στο απρόσμενο και το αβούλητο (απενοχοποίηση μάνας). Αίτιο του ακούσιου φόνου η κούραση:
«-Κουράσθης, βλέπω, γυναίκα!
-Ναὶ, Μιχαλιό. Κουράσθηκα»,
«Αὔριο ξεκουράζουμαι πάλι»,
«Μὰ ἤμουν πολὺ κουρασμένη καὶ δὲν μποροῦσα νὰ κρατηθῶ» (148-9)

Χαρακτήρας του πατέρα: αγαπάει τη γυναίκα του, της φέρεται με τρυφερότητα, δεν την προσβάλλει, θέλει να την προστατέψει από την κατακραυγή του κόσμου, μόνο σε μια στιγμή του ξέφυγε προσβλητικός λόγος εξαιτίας της έντονης συναισθηματικής φόρτισης. Ως άνθρωπος είναι κοινωνικός, γλεντζές, ευαίσθητος.
2. Η μητέρα δίνει τη δική της άποψη για τα συναισθήματα του Γιωργή προς την Αννιώ
«Καὶ εἴχαμε πιὰ τὴν Ἀννιὼ ‘σὰν τὰ μάτια μας. Καὶ ἐζούλευες ἐσύ, καὶ ἔγεινες τοῦ θανατᾶ ἀπὸ τή ζούλια σου» (150)
Ο αφηγητής ως παιδί λόγω της μεροληπτικής στάσης της μητέρας του βίωνε βαθιά εσωτερική σύγκρουση: αγάπη για την άρρωστη αδερφή και ζήλεια προς αυτήν, καθώς έβλεπε την αδυναμία της μητέρας προς το κορίτσι. Από την άλλη με την προσευχή της μητέρας βιώνει την απόρριψη και ασυνείδητα ρίχνει μέρος της ευθύνης στην αδερφή του. Τα συναισθήματα αυτά είναι προσβλητικά για τον ίδιο και δεν θέλει να δεχτεί ούτε ότι η μητέρα τον παραμελεί ούτε ότι ζηλεύει την αγαπημένη του αδερφή. Έτσι αποκρύπτει τα αρνητικά συναισθήματα και ωραιοποιεί τις σχέσεις στην οικογένεια. Στην ενότητα αυτή ο λόγος της μητέρας φωτίζει την πραγματικότητα και αποκαθιστά την αλήθεια.

3. Εκφραστικά μέσα που αισθητοποιούν την ενοχή της μητέρας για το αμάρτημά της.
 Ἡ μήτηρ μου ἐκρέμασε τὴν κεφαλήν, ὡς κατάδικος, ὅστις ἴσταται ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ του μὲ τὴν συναίσθησιν τρομεροῦ τινὸς ἐγκλήματος.(147)
 ἂν τὸ μάθαινεν ὁ κόσμος, ἔπρεπε νὰ σχίσω τὴ γῆ νὰ ἔμβω μέσα ἀπὸ τὸ κακό μου.(149)
 Τρία χρόνια ἐπέρασαν, χωρὶς νὰ φάγω ψωμὶ νὰ πάγῃ στὴν καρδιά μου. (150)
 Σὰν ἐγεννήθηκες ἐσὺ ἐκατάκατσεν ἡ καρδιά μου, μα δὲν ἡμέρεψε… Σὰν ἐγεννήθηκε τὸ παιδὶ καὶ βγῆκεν ἀληθινὰ κορίτσι, τότε πιὰ ἦρθεν ἡ καρδιὰ στὸν τόπο της. (150)

4. Ο Γιωργής ερμηνεύει την ως τότε ακατανόητη συμπεριφορά της μητέρας του. Αναλύει την ψυχολογία του ενοχικού ατόμου (ψυχογραφία).

5. Προσπάθειες του Γιωργή να ανακουφίσει τη μητέρα του με επιχειρήματα
6. Η εξομολόγηση στον πατριάρχη.
7. Το τέλος του διηγήματος. Λιτό, απότομο, κλείνει με τα δάκρυα της μητέρας και τη σιωπή του αφηγητή. Η μητέρα είναι ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού της, δεν μπορεί να συγχωρήσει το αμάρτημά της και να λυτρωθεί από την ενοχή. Από την άλλη ο αφηγητής κατανοεί ότι για τη μητέρα δε θα υπάρξει ποτέ εξιλέωση για το αμάρτημα. Παρά τις προσπάθειες να βοηθήσει τη μητέρα του και να της προσφέρει την κάθαρση, τελικά αποδέχεται πως η μητέρα του θα συνεχίσει μέχρι το τέλος της ζωής της να υποφέρει και να μετανιώνει για το σφάλμα της. Το τέλος απαντά στο αίνιγμα του τίτλου. Έτσι η δομή λειτουργεί κυκλικά.
ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
Ο Γ. Βιζυηνός αντλεί το αφηγηματικό του υλικό από:
1. Προσωπικές μνήμες: επεισόδιο με κουρέα, προσευχή μάνας
2. Οικογενειακές μνήμες: ασθένεια και θάνατος αδελφής, θάνατος πατέρα
3. Λαϊκές παραδόσεις: τυπικό υιοθεσίας
4. Βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερη πατρίδα του: γλέντι γάμου
ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
α) ως προς την αφήγηση:
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση
 Εσωτερική εστίαση
 Δραματοποιημένος αφηγητής
 Το κτητικό «μου» στον τίτλο
 Αμεσότητα αφήγησης
β) ως προς το περιεχόμενο:
 Το ομώνυμο συγγραφέα-αφηγητή
 Ο αριθμός και τα ονόματα των μελών της οικογένειας
 Το στοιχείο της θρησκευτικότητας
 Οικογενειακές μνήμες και προσωπικά βιώματα (π.χ. γνωριμία με τον Πατριάρχη, ταξίδια στην πόλη, υιοθεσίες κοριτσιών κ.τ.λ.)
Η καταφυγή στο αυτοβιογραφικό υλικό μπορεί να οφείλεται:
 στην υπερβολική ευαισθησία του Βιζυηνού
 στην προσπάθειά του να διατηρήσει ζωντανά στοιχεία του παρελθόντος
 στην ευχαρίστησή του να μιλά για τη ζωή του
 στην επιθυμία να δώσει πραγματολογική διάσταση στην αφήγησή του.
Παρά τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του κειμένου σκοπός του Βιζυηνού δεν είναι να γράψει την αυτοβιογραφία του, αλλά μέσω του βιωματικού υλικού να διεισδύσει στην ανθρώπινη ψυχή και να δώσει την εικόνα του ανθρώπινου δράματος. Γράφει χαρακτηριστικά ο Κ. Στεργιόπουλος «Σκοπός του δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και να αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα της οικογένειάς του, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου. Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η δραματική πυκνότητα και οι επεμβάσεις της μοίρας, που φέρνουν τους χαρακτήρες αντιμέτωπους, καθώς από το ένα, το αρχικό μοιραίο γεγονός προκύπτουν στη συνέχεια άλλες δραματικές συνέπειες, με αντίκτυπο πάνω σε όλους».
ΑΦΗΓΗΣΗ – ΑΦΗΓΗΤΗΣ
Η αφήγηση είναι αναδρομική με τη μορφή ανάμνησης και εξομολόγησης. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, καινοτομία για την πεζογραφία της εποχής. Την ιστορία αφηγείται ένα πρόσωπο του διηγήματος, δηλ. ο αφηγητής είναι παρών μέσα στην αφήγηση: ομοδιηγητικός-αυτοδιηγητικός (κατά τον Genette), δραματοποιημένος (κατά τον Booth). Σε κάποιες σκηνές είναι πρωταγωνιστής. Η εστίαση είναι εσωτερική, δηλ. ο αφηγητής αποκαλύπτει μόνο όσα γνωρίζει ό ίδιος. Η αφήγηση είναι μεταγενέστερη των γεγονότων και η εστίαση τείνει να γίνει συγχρονική, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να συμμερίζεται τους φόβους και τις απορίες της παιδικής συνείδησης. Παράλληλα, είναι εμφανής η διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην παιδική συνείδηση που προσλαμβάνει τα γεγονότα στα σημεία όπου ο αφηγητής σχολιάζει γεγονότα και συμπεριφορές από τη θέση της ώριμης ηλικίας. Η χρήση αυτής της αφηγηματικής τεχνικής από το Βιζυηνό εξυπηρετεί διττό στόχο: α) Ο αναγνώστης παρακολουθεί με αμεσότητα το δράμα του μικρού Γιωργή β) εξασφαλίζεται η άγνοια του αναγνώστη σχετικά με τη φύση του αμαρτήματος και παρατείνεται η αγωνία του, καθώς ο ώριμος αφηγητής είναι αυτός που γνωρίζει και τελικά θα αποκαλύψει το αμάρτημα που καθόριζε τις ενέργειες της μητέρας.
Η διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και την παιδική συνείδηση
α) «Οἱ διαβασμένοι, κατὰ τοὺς λαοὺς…πλήρη ὑπερφυσικὼν δυνάμεων» (127)
β) ειρωνικά σχόλια για τον ψευτογιατρό (127)
γ) «Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὁποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν ἐπὶ τῆς παιδικῆς μου φαντασίας ἡ πρώτη ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ διανυκτέρευσις»
(131) δ) κατά την επίκληση της ψυχής του νεκρού πατέρα «Δέν ἠσθανόμην ὁ ἀνόητος ὅτι τοιουτοτρόπως ἐκορύφωνα τὴν ἀπελπισίαν της!... δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τὴν καρδίαν της» (136) και η φράση «τὸ ὁποῖον ἔμελλε τῷ ὄντι νὰ τῇ ἰατρεύσει» (137)
ε) όταν σώθηκε από τον πνιγμό «Δὲν ἤξευρον ἀκόμη ὅτι δεκαετὲς παιδίον ὄχι τὴν μητέρα, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἐαυτόν του δὲν δύναται νὰ θρέψῃ» (144)
στ) μετά την αποκάλυψη του μυστικού της μητέρας «Τώρα μοῦ ἠνοίγησαν οἱ ὀφθαλμοί… μονομανίας ἀποτελέσματα» (152)

Οι δύο οπτικές γωνίες της αφήγησης/ δυαδική αφηγηματική δομή
Η ιστορία της οικογένειας παρουσιάζεται από την οπτική γωνία του αφηγητή και την οπτική γωνία της μητέρας. Στο μεγαλύτερο μέρος του διηγήματος παρακολουθούμε την ιστορία από την οπτική γωνία του Γιωργή, ενώ το τελευταίο τμήμα παρουσιάζεται από την οπτική γωνία της μητέρας. Οι δύο αφηγητές έχουν διαφορετική χρονική αφετηρία. Ο Γιωργής ξεκινά από την ασθένεια της αδελφής του και φτάνει στην εξομολόγηση της μητέρας και η μητέρα αρχίζει την ιστορία της λίγα χρόνια πριν από τη γέννηση του Γιωργή και καταλήγει στο ίδιο σημείο, παρακάμπτοντας όσα ήδη ειπώθηκαν. Έτσι ο Γιωργής και η μητέρα είναι τα μόνα πρόσωπα με αφηγηματικές λειτουργίες. Η οπτική γωνία του αφηγητή μεταβάλλεται, καθώς κατανοεί τι είχε συμβεί και ποια ήταν τα κίνητρα της συμπεριφοράς της μητέρας του. Η μεταβολή της οπτικής γωνίας του αφηγητή υποβοηθείται από τη μεγάλη διάρκεια της αφήγησης. Παρακολουθεί τα γεγονότα αφηγούμενος ταυτόχρονα, από μικρό παιδί ως ώριμος άνδρας. Η οπτική γωνία της μητέρας δε μεταβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης. Παραμένει καθηλωμένη στο τραγικό συμβάν του ακούσιου φόνου του βρέφους και η επιθυμία της να επανορθώσει εκτοπίζει κάθε επιθυμία να το κατανοήσει
Η ποιητική της πλάνης
Οι ήρωες του Βιζυηνού εμφανίζονται να έχουν διαφορετική έως και αντίθετη συνείδηση της πραγματικότητας. Η τεχνική αυτή έχει προσδιοριστεί και ως τεχνική της διπλής ή πλαστής πραγματικότητας: οι αδελφοί (ένας εκ των οποίων είναι και ο αφηγητής) διαμορφώνουν τη στάση τους απέναντι στα πρόσωπα και τα γεγονότα βασιζόμενοι σε λανθασμένα δεδομένα ή παρασυρόμενοι από την άγνοιά τους για κάποιο σημαντικό επεισόδιο. Η εικόνα λοιπόν που διαμορφώνουν για την πραγματικότητα, τόσο οι ίδιοι όσο και ο αναγνώστης (που βασίζεται στην οπτική γωνία του αφηγητή) είναι πλαστή. Στο τέλος του διηγήματος όμως αποκαλύπτεται ένα μυστικό, ένα στοιχείο, την ύπαρξη του οποίου οι ήρωες και ο αφηγητής δεν αντιλαμβάνονταν, και πλέον ανασυνθέτουν μια δεύτερη εικόνα της πραγματικότητας βασιζόμενοι στα νέα στοιχεία Σύμφωνα με τον Δ. Τζιόβα στα περισσότερα διηγήματα η αφήγηση είναι σαφώς μεταγενέστερη των γεγονότων και η εστίαση τείνει να είναι συγχρονική, με αποτέλεσμα να συμμεριζόμαστε τις ανησυχίες, τους φόβους και τις απορίες της παιδικής συνείδησης. Τούτο είναι εμφανές στο «Αμάρτημα της μητρός μου», όπου ο αφηγητής είναι ο ώριμος Γιώργης, ενώ αυτός που εστιάζει είναι το παιδί- Γιώργης και έτσι το αίνιγμα παρατείνεται μέχρι τέλους ενισχυμένο από τους υπαινιγμούς της μητέρας. Φράσεις όπως: «Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμε επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις», αποβλέπουν στο να υπογραμμίσουν τη διάσταση ανάμεσα στον ώριμο αφηγητή και στην παιδική συνείδηση που προσλαμβάνει τα γεγονότα. Έτσι ο αναγνώστης υποχρεώνεται να ακολουθήσει την παιδική συνείδηση στην αναζήτηση της λύσης του μυστηριώδους αμαρτήματος. Όταν επομένως ο αφηγητής λέει «τώρα μού ηνοίγησαν οι οφθαλμοί, και εκατάλαβα πολλάς πράξεις της μητρός μου», τούτο ισχύει και για τον αναγνώστη. Ο Βιζυηνός δε θα μπορούσε να διατηρήσει την ένταση και το ενδιαφέρον για το μυστήριο της ιστορίας του δίχως να υιοθετήσει την παιδική προοπτική και έτσι βλέπουμε ότι οι επιταγές της πλοκής επιβάλλουν και κάποια συγκεκριμένη μορφή εστίασης. [...]

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ Το διήγημα, ήδη στην πρώτη του σελίδα, προσδιορίζει τα αντιθετικά ζεύγη που θα καθορίσουν το νόημα:
το πρώτο ζεύγος, ο ενικός και ο πληθυντικός αριθμός
• το δεύτερο, το κορίτσι και τα αγόρια
• το τρίτο, ο νεκρός (πατέρας, που τα ρούχα του ντύνουν τα αγόρια) και οι ζωντανοί (μητέρα και παιδιά)
• το τέταρτο, το συναίσθημα ή η πρόθεση (η αδέκαστος ενδόμυχος στοργή της μητρός) και οι πράξεις, που φυσικά γεννούν ζηλοτυπίες
• το πέμπτο, η γνώση και οι απορίες. Τα πέντε αυτά ζεύγη θα οροθετήσουν την αναζήτηση του νοήματος, τον προσδιορισμό δηλαδή του αμαρτήματος, που προεξαγγέλλεται ήδη με τον τίτλο του διηγήματος. (Μ. Χρυσανθόπουλος)

ΡΥΘΜΟΣ ΑΦΗΓΗΣΗΣ

α. Η χρονική σειρά των γεγονότων
1. Αναδρομικές αφηγήσεις και ρόλος τους :
-Αποφορτίζουν δραματικά την ατμόσφαιρα (π.χ. το μοιρολόι του τσιγγάνου).
-Αναδεικνύουν τις αιτιώδεις σχέσεις των γεγονότων, φωτίζοντας τα κίνητρα της συμπεριφοράς. (π.χ. εξηγείται η υπόσχεση του Γιώργη και επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά ο ενοχοποιημένος του ψυχισμός.)
-Ανατρέπουν τις χρονικές σχέσεις των γεγονότων προς όφελος των αιτιωδών σχέσεων.
-Υποστηρίζουν τον αινιγματικό χαρακτήρα του έργου.
- Καθιστούν ενδιαφέρουσα και δυναμική την πλοκή.

2. Πρόδρομη αφήγηση (σ.144)
- Τονίζει τη δυστυχία και την αγωνία που θα νιώσει η μάνα λόγω της ξενιτιάς του παιδιού της.

β. Η χρονική διάρκεια των γεγονότων
1. Συμπύκνωση (σύνοψη) χρόνου: ζωή πρώτου υιοθετημένου κοριτσιού
2. Έλλειψη: κατά την απουσία του Γιώργη στα ξένα
3. Επιβράδυνση: π.χ. στις αναδρομικές αφηγήσεις

ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ
1. Αφήγηση
2. Περιγραφή. Οι περιγραφές αποτελούν οργανικά μέρη του κειμένου και της αφήγησης. Ο ρόλος τους είναι πολλαπλός: να συμπληρώνουν κενά, να δημιουργούν αντιθέσεις, να εντείνουν τις δραματικές καταστάσεις, να στήνουν μυστικές γέφυρες ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πράγματα. Δεν αποτελούν ειδυλλιακή αναπαράσταση του περιβάλλοντος, αλλά βρίσκονται σε αντίθεση ή ανταπόκριση με ανθρώπινες ψυχικές καταστάσεις.
3. Διάλογος
4. Σχόλια
5. Ελεύθερος πλάγιος λόγος: η φωνή του αφηγητή αναμειγνύεται με τη φωνή της μητέρας και τα λόγια και οι σκέψεις της αποδίδονται χωρίς εισαγωγικά: «Ἐγὼ ἔμελλον ἤ μᾶλλον ἤθελον νὰ ξενιτευθῶ καὶ οὔτω καθεξῆς. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔπρεπε νὰ μάθωμεν ὅλοι τὰ γράμματα μας, ἔπρεπε νὰ ξεσχολήσωμεν. Διότι, ἔλεγεν ἡ μήτηρ μας, ἄνθρωπος ἀγράμματος, ξῦλον ἀπελέκητον.»

ΓΛΩΣΣΑ

Ο Βιζυηνός στα αφηγηματικά μέρη του διηγήματος ακολουθεί την παράδοση της εποχής του και χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα («δύσνους») με τη διαφορά όμως ότι η γλωσσική έκφραση του συγγραφέα είναι αρκετά απλούστερη από αυτή των προγενέστερων πεζογράφων. Ο Βιζυηνός δεν κάνει την παράτολμη κίνηση να γράψει όλο του το διήγημα στη δημοτική, αλλά φροντίζει ώστε η καθαρεύουσά του να είναι όσο πιο εύληπτη και κατανοητή γίνεται. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ακόμη και στα πλαίσια της αφήγησης ο Βιζυηνός εντάσσει λέξεις της δημοτικής: «Οἱ “διαβασμένοι”, κατὰ τοὺς λαοὺς, εἶνε παντογνῶσται», «Συνήθως ἐφύλαττεν ὑπὸ τὸ προσκεφάλαιόν της τοὺς καρπούς, οὕς αἱ γειτόνισσαι τῇ ἔφερον ὡς “ἀρρωστικόν”».

Στα διαλογικά μέρη κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα: «- Εἶμαι γέρος, μωρή, ἔλεγε πρὸς τὴν ἀνυπόμονον μητέρα, εἶμαι γέρος, καὶ ἂν δὲν τὸ τσούξω κομμάτι, δὲν βλέπουν καλὰ τὰ μάτια μου». Ωστόσο παρατηρείται το φαινόμενο τα λόγια των απλών ανθρώπων να ευπρεπίζονται «επί το καθαρότερον»: «γαμβρός» Ο συγγραφέας αποδίδει με εξαιρετική ακρίβεια τη γλωσσική διατύπωση και τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσε ο λαός με χρήση τοπικών ιδιωματισμών που ενισχύουν τη σχέση του συγγραφέα με τη Θρακιώτικη γη: «Μὴ φοβείσαι, παιδάκι μου, μὲ εἶπε μυστηριωδῶς, εἶναι τὰ φορέματα τοῦ πατρός σου», «απόκοψα».
Στο κείμενο εντοπίζονται αρκετοί ιδιωτισμοί (λαϊκές εκφράσεις με μεταφορική σημασία): «Τόσο κακὴ καὶ ἀνεπιδέξια ποῦ εἶναι –“τὴν 'πῆρα στὸ λαιμό μου”, ἐτελείωσε», «την ήθελε πια να μη στάξη και την βρέξη»
Ο συνδυασμός πάντως της ήπιας καθαρεύουσας του Βιζυηνού με τη δημοτική, συμβάλλει στη δημιουργία ενός οικείου ύφους που κερδίζει τον αναγνώστη και καθιστά το έργο προσιτό.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ

α) Δραματικός τρόπος παρουσίασης των προσώπων: οι χαρακτήρες παρουσιάζονται με τη δραματική μέθοδο, δηλ. μέσα από τη συμπεριφορά τους, μέσα από όσα λένε και από όσα κάνουν τα ίδια τα πρόσωπα. Σε ελάχιστα μόνο σημεία παρεμβαίνει ο αφηγητής και δίνει κάποιους σποραδικούς χαρακτηρισμούς ή σχόλια.

β) Αληθοφάνεια χαρακτήρων: Οι αντιδράσεις των προσώπων του διηγήματος είναι όλες ανθρώπινες και δικαιολογημένες, λογικές και συνηθισμένες.

ΕΠΙΡΡΟΕΣ
1. . Ηθογραφία-Λαογραφία: επίδραση της γενέθλιας θρακικής υπαίθρου- θρακικό ιδίωμα στους διάλογους, πιστή περιγραφή ηθών, εθίμων, αντιλήψεων.
2. Λόγιο-φαναριώτικο στοιχείο: Λόγια γλώσσα, έντονη θρησκευτικότητα
3. Ευρωπαϊκή παιδεία: Αληθοφάνεια χαρακτήρων-φιλοσοφικές προεκτάσεις
4. Επιστήμη της Ψυχολογίας: Ψυχογράφηση χαρακτήρων, δραματικές εσωτερικές συγκρούσεις, το παιχνίδι της «ενοχής» και της «λύτρωσης».

ΨΥΧΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Το διήγημα αποτελεί ψυχολογική ανάλυση οικογενειακών σχέσεων: σχέση αφηγητή-μητέρας, σχέση μητέρας με τα αρσενικά παιδιά της, σχέση μητέρας με τα θηλυκά παιδιά της.
• Έντονο το αυτοβιογραφικό και το βιωματικό στοιχείο.
• Η επιμονή του συγγραφέα στον εσωτερικό κόσμο των κειμενικών προσώπων, η διείσδυση στο ψυχικό βάθος, οι αληθινές σχέσεις των προσώπων.
• Η σωστή περιγραφή και απόδοση του ψυχικού δράματος της μητέρας.
• Κυριαρχία του μέτρου στην απόδοση του δράματος, χωρίς ακρότητες και υπερβολές.
• Η αποκάλυψη και η κάθαρση του τέλους.
ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ
α) Χρήση της σκηνικής μεθόδου για την παρουσίαση της δράσης
β) Χρήση του διάλογου
γ) Εναλλαγή προσώπων, σκηνών και επεισοδίων
δ) Εναλλαγή χώρων σαν τα σκηνικά του θεάτρου
ε) Ύπαρξη δομικών ενοτήτων με σχετική αυτοτέλεια, όπως οι πράξεις σε θεατρικό έργο.
στ) Συμμετοχή πολλών προσώπων (πρωταγωνιστές, δευτεραγωνιστές, βουβά πρόσωπα).


ΑΡΕΤΕΣ ΤΗΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΟΥ ΒΙΖΥΗΝΟΥ
1. Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο
2. Μυθιστορηματική πλαστικότητα χαρακτήρων
3. Δραματικές συγκρούσεις
4. Δομή και άρτια τεχνική
5. Ενδιαφέρουσα διαπλοκή χρόνου της ιστορίας και χρόνου της αφήγησης
6. Έξοχη πλοκή: «ποιητική της πλάνης», «πρόωρες ενδείξεις», νύξεις για το αίνιγμα του τίτλου
7. Διείσδυση στα μύχια της ψυχής των ηρώων
8. Θαυμαστές για το μέτρο τους κορυφώσεις
9. Λεπτή συγκίνηση και ανθρωπιά =>ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας διήγησης

Χαρακτηρισμός διηγήματος:
1. ρεαλιστικό : πιστή απόδοση της πραγματικότητας, αληθοφάνεια χαρακτήρων και καταστάσεων, πειστικότητα
2. ηθογραφικό : οι ήρωες είναι απλοί άνθρωποι της υπαίθρου, παρουσιάζεται η ζωή τους μέσα από τις τοπικές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα (λαογραφικός θησαυρός από τη Βιζύη της Θράκης του 19ου αιώνα), επίσης οι συνήθειες, ο χαρακτήρας και η νοοτροπία τους.
3. ψυχογραφικό: ψυχολογική ανάλυση οικογενειακών σχέσεων, επιμονή του συγγραφέα στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, απόδοση του ψυχικού δράματος της μητέρας χωρίς ακρότητες και υπερβολές, η κάθαρση του τέλους
4. μοιάζει με μικρό μυθιστόρημα: ξεπερνά το μονοκεντρισμό του ενός επεισοδίου, ο χρόνος έχει διάρκεια από την παιδική ως την ώριμη ηλικία του αφηγητή, πολλά επεισόδια, πολλά πρόσωπα
5. θυμίζει οικογενειακό απομνημόνευμα
6. έχει στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος: αινιγματική αφήγηση, έκπληξη, αγωνία, ενδείξεις, λύση του αινίγματος στο τέλος
7. δίνει την εντύπωση αυτοβιογραφικού κειμένου


Για την ηθογραφία του Βιζυηνού
Η ηθογραφία «μας δίνει συνήθως μια φωτογραφική, μια επίπεδη όψη του κόσμου, από τον οποίο λείπει η τρίτη διάσταση, το βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Αυτή τη διάσταση στην πεζογραφία της εποχής του και γενικά στη νεοελληνική πεζογραφία την έφερε πρώτος με το έργο του ο Γ. Βιζυηνός» (Κ. Μητσάκης) Ο Βιζυηνός διαφέρει από τους ηθογράφους της εποχής του, καθώς δίνει βάθος στην επίπεδη ηθογραφία, προσθέτοντας την τρίτη διάσταση, αυτή της ψυχογραφίας των χαρακτήρων του, «Ο Βιζυηνός είναι δημιουργός αληθινών ανθρώπων. Οι χαρακτήρες του είναι αληθινοί, γιατί δεν είναι απλά γραφικά ενεργούμενα μέσα σε ένα ειδυλλιακό ντεκόρ· είναι ανθρώπινες υπάρξεις που ωριμάζουν, δικαιώνονται και αγιάζουν μέσα στο σωματικό και ψυχικό πόνο» (Κ. Μητσάκης). «Ο Βιζυηνός μπορεί να κλείνει μέσα στο έργο του ένα πλήθος από λαογραφικά στοιχεία, αλλά βρίσκεται πολύ μακριά από τους απλοϊκούς «ηθογράφους» της γενιάς του, που καταγράφουν τις εμπειρίες και τις μνήμες τους, χωρίς πάντα να ξέρουν γιατί. Συγγραφέας – διανοούμενος αυτός δεν ανήκει στη χορεία των δημοσιογράφων που συντάσσουν επίκαιρα ηθογραφικά αφηγήματα (…)…« δεν είναι ο αφελής παραμυθάς που ανασκαλεύει τα μεταλλεύματα της μνήμης του, ανυποψίαστος για την αξία τους· είναι ο λόγιος που παρακολούθησε από κοντά στο εξωτερικό την πορεία του θετικισμού ή του νατουραλισμού, την εξέλιξη της πειραματικής ψυχολογίας, της φιλοσοφίας και της αισθητικής, τις θεωρητικές συζητήσεις για το φολκλόρ (…)» (Π. Μουλλάς)

Ηθογραφία – Λαογραφία
Η ηθογραφία αποτελεί το πλαίσιο όπου ο συγγραφέας τοποθετεί την ιστορία του. Έτσι παρουσιάζονται οι χαρακτήρες των ανθρώπων, οι ιστορίες τους, οι σχέσεις τους.
Τα λαογραφικά στοιχεία αποτελούν πληροφορίες που αφορούν στα ήθη, τα έθιμα, τις αντιλήψεις των απλών ανθρώπων. Έτσι, στα ηθογραφικά διηγήματα εντάσσονται λαογραφικά στοιχεία.

Λαογραφικά στοιχεία :
Σελ.126 "Ἀφ'ὅτου... κατά μέρος": στοιχεία για τη θέση της γυναίκας.
Σελ.127-8 "Πᾶσα νόσος... μεταμορφωμένος": λαϊκές αντιλήψεις για το "εξωτικόν".
Σελ.129 "Πότε ἐπήγαινε ... το ἀνάστημα" : αντιλήψεις για την αντιμετώπιση και τη θεραπεία ασθενειών.
Σελ.129 "Ἔπρεπε λοιπόν ... κατησχυμένον": λαϊκές αντιλήψεις περί δαιμονίων, σατανικού πάθους, μαγικού αριθμού 40 κλπ.
Σελ.132 " Κατά τήν λειτουργίαν ... τοῦ Ἐχθρού κ.τ.λ": θρησκευτικά στην εκκλησία, ο αριθμός σαράντα.
Σελ.134 " Ἦτο τό ... αὐτοσχεδίως": στοιχεία σχετικά με τα μοιρολόγια. Σελ.135 στοιχεία για τρόπο ένδυσης (καλύπτρα, σαλβάρι), λαϊκή αρχιτεκτονική (αυλόπορτα, ανώγι), σκεύη (γανωμένα χάλκινα σκεύη), φιλοξενία.
Σελ.136-7 "Μετά τινας στιγμάς ... νά πίω" : αντιλήψεις για τη ζωή, το θάνατο, την ψυχή.
Σελ.139 " Ἤδη αὐτή ... παρ' ὑμῖν" : θρησκευτικά και λαϊκά δρώμενα σχετικά με τις υιοθεσίες Σελ.141 "ἐγώ μέν ἐπλανώμην ..ἐν τῇ ξένῃ.": μετανάστευση
Σελ. 141, 142, 144: προίκα.
Σελ.145 "…θα ἤμην πρόθυμος… εἰς τούς γάμους της.": λαϊκές γιορτές, προίκα, γάμος, θέση γυναίκας.
Σελ.147- 148 " Ὅ μακαρίτης ... μαζί": ο αριθμός σαράντα, λαϊκά δρώμενα του γάμου, θέση γυναίκας.
Σελ.150 " Ὃταν ἐπῆγεν ... σχωροχάρτι": αντιλήψεις για τη συγχώρεση, συμβολικοί αριθμοί.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ: ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ -Α ΚΑΙ Β ΕΝΟΤΗΤΑ

Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΥ: ΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΜΟΥ

Ο τίτλος
1. Η κτητική αντωνυμία υποδηλώνει τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του έργου: της μητρός μου.
2. Έχει τη μορφή αινίγματος και διαφαίνεται ότι ένα παιδί θα αναφερθεί σε κάτι πολύ βαρύ που σχετίζεται με τη μητέρα του.
3. Κινητοποιεί την περιέργεια του αναγνώστη και το ενδιαφέρον του για την εξέλιξη της αφήγησης.
4. Δημιουργείται απορία σχετικά με τη διάθεση του αφηγητή προς τη μητέρα (επικρίνει, κατανοεί…)

Α΄: «Ἄλλην ἀδελφὴν δὲν εἴχομεν… καὶ ἐκράτησε μόνον ἐμὲ πλησίον της.(σ. 125-131)

Ο αφηγητής είναι δραματοποιημένος (παρών μέσα στην αφήγηση), βλέπει από εσωτερική οπτική γωνία (αφήγηση με εσωτερική εστίαση: τα γεγονότα δίνονται όπως τα εκλάμβανε η παιδική συνείδηση του αφηγητή). Ο αφηγητής δεν αυτονομείται από την οικογένεια.
Αφήγηση σε α΄ πληθυντικό και σε χρόνο παρατατικό, που δείχνει επαναληπτικότητα και διάρκεια.
Παρουσίαση της οικογένειας-κεντρικό πρόσωπο η Αννιώ.

1. Η αδυναμία της μητέρας προς την Αννιώ
Από την αρχή του διηγήματος δίνονται παραδείγματα από την καθημερινή ζωή της οικογένειας του αφηγητή, τα οποία καταδεικνύουν την ιδιαίτερη στοργή που έδειχνε η χήρα μητέρα του προς την κόρη της οικογένειας.
2. Δικαιολόγηση της αδυναμίας αυτής
α. η Αννιώ ήταν η μοναχοκόρη της οικογένειας
β. ήταν άρρωστη («καχεκτική και φιλάσθενος»).
γ. η συμπεριφορά της μητέρας ήταν επιβεβλημένη από τις αντικειμενικές συνθήκες και όχι προϊόν διακρίσεων «Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἐνδόμυχος τῆς μητρὸς ἡμῶν στοργὴ διετέλει ἀδέκαστος καὶ ἵση πρὸς ὅλα της τὰ τέκνα».

3. Βασικό αφηγηματικό μοτίβο μέσω του οποίου προωθείται η δράση :Η μακροχρόνια αρρώστια της Αννιώς και η συνεχής επιδείνωση της υγείας της.Μέσα από αυτό εξελίσσεται η υπόθεση και διαγράφονται καθαρότερα οι χαρακτήρες.
Η σταδιακή επιδείνωση της ασθένειας και οι αντίστοιχες αντιδράσεις της μητέρας δίνονται με τις ακόλουθες φράσεις:
Ἐν τούτοις ἡ ἀσθένεια τῆς Ἀννιῶς ὁλονὲν ἐδεινοῦτο καὶ ὁλονὲν περισσότερον συνεκεντροῦντο περὶ αὐτὴν τῆς μητρός μας αἱ φροντίδες.(126)
Ἡ κατάστασις τῆς Ἀννιῶς ἔβαινεν ἀργὰ μὲν καὶ ἀπαρατηρήτως, ἀλλ’ ὁλονὲν ἐπὶ τὰ χείρῳ. Καὶ ἡ παράτασις αὕτη τῆς ἀορίστου καχεξίας ἔκαμνε τὴν μητέρα μας ἄλλην ἐξ ἄλλης. (127)
Ἡ κατάστασις τῆς ἀσθενοὺς ἐδεινοῦτο. Ἡ μητρικὴ στοργὴ ἐνίκησεν τὸν φόβον τῆς ἁμαρτίας. (128)
Τὸ παιδίον ἐχειροτέρευεν ἀδιακόπως, καὶ ἡ μήτηρ μας ἐγίνετο ὁλονὲν ἀγνώριστος. Ἐνόμιζες, ὅτι ἐλησμόνησε πῶς εἴχε καὶ ἄλλα τέκνα. (128)
Πλὴν ὅλα, ὅλα ταύτα ἀπέβαινον ἀνωφελῆ. Ἡ ἀσθένεια τῆς πτωχὴς μας ἀδελφῆς ἦτον ἀνίατος.… Ἡ μήτηρ μου ἐσήκωσε τὸ μαραμένον κοράσιον εἰς τὴν ἀγκάλην της καὶ τὸ ἔφερεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. (129)
Ρόλος αφηγηματικού μοτίβου:
από άποψη τεχνικής συντελεί στη χρονική μετάβαση στην επόμενη φάση της ασθένειας.
από πλευράς περιεχομένου τονίζει την εντατικοποίηση των φροντίδων της μητέρας προς την Αννιώ και την αυξανόμενη αδιαφορία της προς τα αγόρια.
Οι προσπάθειες της μητέρας για τη θεραπεία της Αννιώς: Εμπειρία, επιστήμη, θρησκεία – ο ιερέας διαβάζει εξορκισμό, μαγικά μέσα, τάματα- λαμπάδες και λωρίδα από το φόρεμα της Αννιώς σε θαυματουργό τόπο, μεταφορά του κοριτσιού στην εκκλησία.
4. Τα συναισθήματα των αναγνωστών Θλίψη για το βασανισμένο παιδί, αγωνία για την εξέλιξη της ασθένειας, συμπάθεια για τη μάνα.
5. Χαρακτήρας Αννιώς. Καλοσυνάτη, καλόβολη, αγαπά υπερβολικά όλα τα αδέλφια της. Την αγάπη της προς αυτά την εκδηλώνει έμπρακτα όταν τους προσφέρει κρυφά από τη μητέρα τα «αρρωστικά» που της έφερναν, αλλά και στην εκκλησία, όταν αρνείται να κάνει διακρίσεις στα αδέρφια της. Παρά την αρρώστια και την υπερβολική φροντίδα της μητέρας η Αννιώ δεν φέρεται εγωιστικά, αλλά αντιμετωπίζει την κατάστασή της ώριμα και υπομονετικά.
6. Οι σχέσεις των προσώπων
«Ήτον η χαϊδεμμένη της μικράς ημών οικογενείας και την ηγαπώμεν όλοι. Αλλ’ απ’ όλους περισσότερον την ηγάπα η μήτηρ μας». (125)
Τα αγόρια αγαπούν και συμπονούν την αδελφή τους.
Η Αννιώ αγαπάει τα αδέλφια της.
Η μητέρα είναι αδιάφορη προς τα αγόρια.
Η μητέρα δίνει όλη την αγάπη και τη στοργή της στην Αννιώ, είναι η χαϊδεμένη της.
Η συμπεριφορά της μητέρας αξιολογείται από τα παιδιά ως φαινομενική («εξωτερικαί εκδηλώσεις») και δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Αννιώ είναι μοναχοκόρη. Μάλιστα ο αφηγητής με παιδική αφέλεια σημειώνει: «Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἐνδόμυχος τῆς μητρὸς ἡμῶν στοργὴ διετέλει ἀδέκαστος καὶ ἵση πρὸς ὅλα της τὰ τέκνα». Ο αφηγητής ωραιοποιεί την οικογενειακή του κατάσταση και θέλει να αποπέμψει την ενοχή του.

7. Τα αντιθετικά ζεύγη, τα οποία ο αφηγητής ξεκαθαρίζει από την αρχή:
ενικός – πληθυντικός,
κορίτσι – αγόρια,
νεκρός πατέρας – ζωντανοί,
η πρόθεση της μάνας – οι πράξεις της, οι γνώσεις – οι απορίες.

8. Το επεισόδιο με τον ψευτογιατρό
Κωμικό στοιχείο που απαλύνει κάπως τη βαριά ατμόσφαιρα του θανάτου.
Ειρωνεία σε δύο σημεία: «Καὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐψεύδετο». «Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἦτο δυστυχῶς λίαν ἀληθές. ». (Αφηγητής της ώριμης ηλικίας).
9. Οι λαϊκές αντιλήψεις για τις μακροχρόνιες ασθένειες.
10. Συμβιβασμός θρησκείας και δεισιδαιμονίας.
11.Ο οικογενειακός και κοινωνικός ρόλος της γυναίκας.

Β΄ ενότητα: Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη ὁποίαν ἐντύπωσιν…Τὸ καϋμένο μας τὸ Ἀννιῶ! ἐγλύτωσεν ἀπὸ τὰ βάσανά του! (131-138)

 Αλλαγή στο χώρο και στις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπα.
 Αφηγητής- πρωταγωνιστής: ανακαλεί σε α΄ ενικό την πρώτη εφιαλτική νύχτα στην εκκλησία (δραματοποιημένος, εσωτερική εστίαση).
 Κυριαρχεί ο αόριστος: μοναδικό γεγονός.
1. Η αντίθεση ανοιχτού / κλειστού χώρου. Στο διήγημα παρουσιάζεται αντίθεση ανοιχτού / κλειστού χώρου.
Ο κλειστός χώρος βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το δράμα. Εγγράφεται στη συνείδηση του αφηγητή ως χώρος δυσάρεστων γεγονότων:
α) το σπίτι: επιδείνωση ασθένειας, θάνατος Αννιώς, μοιρολόγι μάνας, επίκληση νεκρού πατέρα, θάνατος πρώτου κοριτσιού.
β) η εκκλησία: εφιαλτικές εικόνες: ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, προσευχή μάνας.
Ο ανοιχτός χώρος συνδέεται με ευχάριστα γεγονότα: γλέντι γάμου, πομπή υιοθεσίας, σωτηρία Γιωργή στο ποτάμι.

2. Η ατμόσφαιρα της εκκλησίας και τα συναισθήματα του αφηγητή.
Ατμόσφαιρα: μυστηριακό, υποβλητικό περιβάλλον. Φως λιγοστό που έτρεμε. Συναισθηματική φόρτιση του αφηγητή λόγω της επιδείνωσης της ασθένειας της Αννιώς. Ψευδαίσθηση, παραίσθηση. Συναισθήματα: φόβος, τρόμος («Και τρέμων εκ φρίκης»).

3. Ο χαρακτήρας του Γιωργή. Υπομονετικά προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εκκλησία καταπολεμώντας τους φόβους του, γιατί θέλει να βρίσκεται κοντά στην Αννιώ (αγάπη αφηγητή προς την αδελφή του).
4. Η προσευχή της μητέρας και η αντίδραση του παιδιού. (133-4)
Αντίδραση Γιωργή: βουητό στα αυτιά, φεύγει τρέχοντας, κραυγές, τρίζουν τα δόντια του, σιγά – σιγά επανέρχεται η ψυχραιμία του, συλλογίζεται με διάθεση αυτοκριτικής: «Προσεπάθησα νὰ ἐνθυμηθὼ μήπως τῆς ἔπταισα ποτέ, μήπως τὴν ἀδίκησα, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην» (αναδρομική αφήγηση), επικρίνει τη μητέρα και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «Ἀπεναντίας εὔρισκον, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἀδελφή μας, ἐγὼ, ὄχι μόνον δὲν ἠγαπήθην, ὅπως θὰ τὸ ἐπεθύμουν, ἀλλὰ τοῦτ’ αὐτὸ παρηγκωνιζόμην ὁλονὲν περισσότερον». Κλαίει παραπονεμένος για την έλλειψη αγάπης από τη μητέρα «Ὦ! εἶπον, ἡ μητέρα μου δὲν μὲ ἀγαπᾶ καὶ δὲν μὲ θέλει!». Αποφασίζει να πάψει να βοηθά τη μητέρα του.
Συναισθήματα: φρίκη, τρόμος, πανικός, πικρία, παράπονο, ζήλεια. Ο Γιωργής αισθάνεται απόρριψη από την ίδια του τη μητέρα. Ταυτόχρονα αισθάνεται ενοχή που πηγάζει από τη σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη για την αδελφή του και την πίκρα για τη στέρηση της μητρικής στοργής.
5. Οι αντιλήψεις της μητέρας σχετικά με τον Θεό.
Σχέση «δούναι και λαβείν», σχέση ιδιοτέλειας.
6. Η σχέση μητέρας – γιού μετά την επιστροφή στο σπίτι.
Αλλαγή στη συμπεριφορά της μητέρας προς το παιδί: χάδια, τρυφερότητα. Ο Γιωργής συνεχίζει να φοβάται, είναι σκληρός και εκδικητικός.
7. Το μοιρολόγι του πατέρα- ο γύφτος/συνθέτης του μοιρολογιού (αναδρομική αφήγηση) Η περιγραφή γίνεται με πολλές λεπτομέρειες: επιβράδυνση της αφήγησης, αποφόρτιση του κλίματος. (134-6)
Επίθετα:
ἡλιοκαὴς ρακένδυτος: γενική περιγραφή
/ εντύπωση μαύρην καὶ λιγδερὰν κόμην, τοὺς μικροὺς καὶ φλογεροὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τ’ ἀνοιχτὰ καὶ τριχωμένα στήθη: εντυπωσιακά σωματικά χαρακτηριστικά
ψάλτης, ραψωδὸς: η τέχνη του
Γύφτος, Ἀθίγγανος, Κατσίβελος: η καταγωγή του
Η ποικιλία επιθέτων τονίζει τη ζωηρή εντύπωση που είχε κάνει στο παιδί αυτός ο άνθρωπος και υποδεικνύει τη φροντίδα του συγγραφέα να αξιοποιήσει το λεκτικό μας πλούτο και να αποφύγει επαναλήψεις.

Η σύνθεση μοιρολογιών είναι γνωστή. Η περίπτωση όμως του Γύφτου που αναφέρει ο αφηγητής είναι ξεχωριστή, διότι:
α. Ο συνθέτης του μοιρολογιού είναι άντρας
β. Το μοιρολόι το συνθέτει όχι την ημέρα της κηδείας, αλλά αργότερα
γ. Δεν το τραγουδά ο ίδιος, αλλά το διδάσκει στην χήρα για να το τραγουδά εκείνη όταν θυμάται τον σύζυγό της.

8. Το δρώμενο και το ξεψύχισμα της Αννιώς. (136-8)
Έσχατο μέσο για τη σωτηρία της Αννιώς: ανακάλημα ψυχής νεκρού πατέρα.
Ατμόσφαιρα θρησκευτικής ευλάβειας, δεισιδαιμονίες, καθορισμένο τελετουργικό, λατρεία και θεοποίηση των νεκρών.
Το τέλος της Αννιώς δίνεται λιτά, απλά και διακριτικά, χωρίς μελοδραματισμούς. Η φράση: Ἔπειτα ἐρρόφησεν ὀλίγας σταγόνας ἀπὸ τοῦ ὕδατος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔμελλε τῷ ὄντι νὰ τῇ ἰατρεύσει.(137)
α. κυριολεκτικά: πρόσκαιρη βελτίωση (παιδική συνείδηση αφηγητή)
β. ειρωνικά: στηλιτεύει την αναποτελεσματικότητα τέτοιων μέσων ίασης (ώριμος αφηγητής)
γ. μεταφορικά: ιατρεύω= απαλλάσσω (ώριμος αφηγητής)

9. Στοιχεία που προοικονομούν το θάνατο της Αννιώς.
 ἐβάλθηκες νὰ μοῦ πάρῃς τὸ παιδί, γιὰ νὰ μὲ τιμωρήσῃς. (133)
 Ἦτο τὸ μοιρολόγι τοῦ πατρός μας. Πρὶν ἀσθενήσῃ ἡ Ἀννιῶ, τὸ ἔψαλλε πολὺ συχνὰ, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἀσθένησε, τὸ ἤκουον διὰ πρώτην φορὰν… φορτωθεὶς τὰ χάλκινά του σκεύη ἐξῆλθε τῆς αὐλῆς μας. (134)
 Η αναφορά στο θάνατο του πατέρα και το δρώμενο. (136-8)
 Η επίκληση στην ψυχή του νεκρού. (136) 
Ὦ! εἶπον, ἀπέθανε τὸ καϋμένο τὸ Ἀννιῶ μας! (136)
10. Εξωπραγματικά και μαγικά στοιχεία και ο ρόλος τους.
 Ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις Γιωργή στην εκκλησία. Προετοιμάζουν το κλίμα για την κορύφωση του δράματος με το άκουσμα της προσευχής.
 Η προσπάθεια εκδίωξης των δαιμονίων κατά τη λειτουργία. Αποτελεί την έσχατη προσπάθεια για να σωθεί η Αννιώ. Ακολουθεί η επιστροφή στο σπίτι όπου θα εκτυλιχθεί το τελευταίο μέρος του δράματος.
 Το δρώμενο με την επίκληση της ψυχής του πατέρα. Προοικονομεί το θάνατο της Αννιώς.

11. Λαογραφικά στοιχεία Α΄ και Β΄ ενότητας.
Λαϊκή λατρεία (σαράντα ἡμερονύκτια, δαιμόνια…), δεισιδαιμονίες, προλήψεις, μαγικά στοιχεία, αντιλήψεις για τη θεραπεία μακροχρόνιων ασθενειών…
 σελ.126 «Ἀφ'ὅτου... κατά μέρος": θέση της γυναίκας»
 σελ.127-8 «Πᾶσα νόσος... μεταμορφωμένος": λαϊκές αντιλήψεις για το "εξωτικόν»
 σελ.129 «Πότε ἐπήγαινε ... το ἀνάστημα» : αντιλήψεις για την αντιμετώπιση και τη θεραπεία ασθενειών.
 σελ.129 «Ἔπρεπε λοιπόν ... κατησχυμένον»: αντιλήψεις περί δαιμονίων, μαγικού αριθμού 40 κ.ά.
 σελ.132 «Κατά τήν λειτουργίαν ... τοῦ Ἐχθρού…» : θρησκευτικά δρώμενα κατά την παραμονή ασθενούς στην εκκλησία.  σελ.134 «Ἦτο τό ... αὐτοσχεδίως»: στοιχεία σχετικά με τα μοιρολόγια.  σελ.135 τρόπος ένδυσης (καλύπτρα, σαλβάρι), λαϊκή αρχιτεκτονική (αυλόπορτα, ανώγι), σκεύη (γανωμένα χάλκινα σκεύη), φιλοξενία.
 σελ.136-7 «Μετά τινας στιγμάς ... νά πίω»: αντιλήψεις για τη ζωή, το θάνατο, την ψυχή.
12. Αναδρομικές αφηγήσεις.
 Ἐνθυμήθην τότε, καὶ μοῖ ἐφάνη ὅτι ἐνόησα, διατὶ ὁ πατήρ μου ἐσυνείθιζε νὰ μὲ ὀνομάζη τὸ ἀδικημένο του. Καὶ μὲ ἐπῆρε τὸ παράπονον καὶ ἤρχησα νὰ κλαίω. σ. 133-4
 Ἦτο τὸ μοιρολόγι τοῦ πατρός μας. Πρὶν ἀσθενήσῃ ἡ Ἀννιῶ, τὸ ἔψαλλε πολὺ συχνὰ, ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἀσθένησε, τὸ ἤκουον διὰ πρώτην φορὰν… φορτωθεὶς τὰ χάλκινά του σκεύη ἐξῆλθε τῆς αὐλῆς μας. σ.134-136
 Τότε μοῦ ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν ὅτι καὶ ἄλλοτε μᾶς ἐπότιζεν ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ σκεύους, εὐθὺς ὡς ἐξυπνοῦμεν. Καὶ ἐνθυμήθην, ὅτι ὁσάκις ἔκαμνε τοῦτο ἡ μήτηρ μας, ἦτο καθ’ ὅλην ἐκείνην τὴν ἡμέραν ζωηρὰ καὶ περιχαρής, ὡς ἐὰν εἶχεν ἀπολαύσει μεγάλην τινὰ πλὴν μυστικὴν εὐδαιμονίαν. σ. 137